Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Απάντηση
ahiako
Δημοσιεύσεις: 70
Εγγραφή: Τετ 24 Οκτ 2012, 13:33

Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από ahiako » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 20:23

Το δασικό πάνω στο δρόμο για τη Μπλάτσα, τρεις- τέσσερις ώρες από το Βορεινό, ήταν δεν ήταν 30 τετραγωνικά. Τριάντα τετραγωνικά σ' έναμικρό πλάτωμα. Δυο δωμάτια και ένας προθάλαμος στη μέση. Χωρίς έπιπλα και με μια σκουριασμένη μασίνα μισοκατεστραμμένη. Για μας, ήταν απλά ο παράδεισος. Πετάξαμε τα σακίδια στη γωνιά και αρχίσαμε τη δουλειά.
Πρώτα απ’ όλα καθαρίσαμε το ένα δωμάτιο και φτιάξαμε εκεί κρεβάτια. Ξαπλώσαμε πόρτες πάνω σε χοντρούς κορμούς δένδρων – αυτά θα ήταν τα κρεβάτια μας, και ασφαλίσαμε τις χαραμάδες στα παράθυρα και στους τοίχους με εφημερίδες. Το άλλο δωμάτιο ούτε το πλησιάσαμε μιας και η σκεπή είχε υποχωρήσει και έμπαζε νερό.
Ήμουν μουσκεμένος και ξαναμμένος από την πολύωρη πορεία, το εκνευριστικό ψιλόβροχο και τη μάχη με τα τσοπανόσκυλα.
Βάλαμε τις χοντρές μάλλινες μπλούζες μας. Ήταν μακριές μέχρι κάτω στα γόνατα. Άβολες, γιατί στο σάκο έπιαναν μεγάλο χώρο και όχι ιδιαίτερα πρακτικές- θα ήταν πιο χρήσιμες δυο - τρεις πιο λεπτές.. Παρόλα αυτά τις αγαπούσαμε, ήταν οι αγαπημένες μας μπλούζες!
Ο Α. και ο Λ. άσπρες φτιαγμένες από την κυρία Χρ., η δική μου γκριζογάλανη πλεγμένη από τη θεία Πόλυ.
Κολλάω με τα άψυχα! Πέτρες από τις κορφές, το αγαπημένο τσεκουράκι, το ανεκτίμητο πιολέ καταχτυπημένο, το παλιό καλό μποντριέ, η καναρινί φανέλα ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν πράγματι έχω μεγαλώσει.
-Σαν ιππότες με πανοπλία είμαστε είπε ο Α.
Ακολουθώντας τον καλά πατημένο δρόμο κατευθυνθήκαμε προς το δάσος για να μαζέψουμε ξύλα.
Μπήκαμε ανάμεσα στις οξιές αλαφροπατώντας σε μαλακά χαλιά μισοσαπισμένων φύλλων. Οι κορμοί έφταναν πολύ ψηλά. Ολόισιοι σαν κατάρτια. Το λιγοστό φως δημιουργούσε ένα περίεργο περιβάλλον γεμάτο σκιές. Μαζέψαμε αρχαία κλαδιά που εδώ και πολλά χρόνια είχαν πέσει από τα δέντρα είτε χτυπημένα από κεραυνό είτε απλά από το ίδιο τους το βάρος. Κάποια διαλύονταν στα χέρια μας, κάποια έσπαγαν σε δέκα κομμάτια σε κάθε μικρή πίεση. Το δάσος φαινόταν παρθένο.
Σιγά- σιγά ομίχλη άρχισε να απλώνεται ανάμεσα στα δένδρα. Ερχόταν από τη ρεματιά στα αριστερά και με λευκές γλώσσες περνούσε ανάμεσα από τους χορταριασμένους κορμούς. Κάθε τόσο αραίωνε και δεμάτια φωτεινές αχτίνες εύρισκαν διέξοδο και φώτιζαν απόκοσμα για λίγο σιλουέτες δένδρων. Μια μπροστά μου, μια σιμά μου κάπου στα δεξά. Αισθανόμουν να μην έχω πόδια. Σαν να κολυμπώ. Οι σιλουέτες μας άλλοτε χάνονταν άλλοτε εμφανίζονταν λες και έρχονταν από το πουθενά. Έπιασα τον εαυτό μου να κάθεται ακίνητος για λεπτά και να χαζεύει το παράξενο αυτό παιχνίδι της ομίχλης και του ήλιου…
Φτάνοντας στο δρόμο είδαμε τεράστια ίχνη αρκούδας στη λάσπη. Είχαμε ακούσει πολλές ιστορίες για αρκούδες και αισθάνθηκα ένα ελαφρύ σφίξιμο στο στομάχι. Έσκυψα και έβαλα τα δάχτυλά μου στις βαθiές λακκούβες στην ξεραμένη λάσπη. Τα ίχνη πρέπει να ήταν λίγων ημερών ή
- Λίγων ωρών φώναξε στο αυτί μου ο Α. και με άρπαξε από το πόδι.
Τινάχτηκα ψηλά. Ντράπηκα για την αντίδρασή μου και αρπάζοντας ένα τεράστιο κομμάτι ξύλο άρχισα να το σβαρνίζω προς την καλύβα, κάνοντας τρομερό θόρυβο και σηκώνοντας σύννεφα σκόνη..
Νωρίς το απόγευμα καθόμαστε καταγής , στα θερμομονωτικά, μπροστά στην καλύβα…
Ήταν δύσκολη η πρωινή ανάβαση από το Βορεινό.
Ανεβαίνοντας το χωματόδρομο προς το δασικό καλύβι δώσαμε σκληρή μάχη με τα τσοπανόσκυλα. Περνούσαμε από ένα δασικό φυτώριο όταν ξεπρόβαλλαν όπως πάντα από το πουθενά. Τα μέτρησα στα γρήγορα και ήταν πολλά. Πάρα πολλά θα έλεγα. Σταθήκαμε πλάτη με πλάτη, μπροστά εγώ και ο Λ. , πίσω ο Α. Τεντώσαμε τα παλούκια και προχωρούσαμε αργά προσπαθώντας να απομακρυνθούμε. Ήταν κάτι που το είχαμε κάνει κι άλλοτε, αλλά αυτή την φορά ήταν πολλά.
Όρμησαν ουρλιάζοντας από όλες τις πλευρές με φουσκωμένο τρίχωμα και τραβηγμένα χείλη.
–Ρε συ, μην δείχνεις ότι φοβάσαι, μου φώναξε ο Λ., το καταλαβαίνουν τα άτιμα!
-Ποιος φοβάται ρε Αρθούρε (το παρατσούκλι του Λ.), απάντησα, αν και αισθανόμουν ένα γερό σφίξιμο στο στομάχι.
Τα σκυλιά ορμούσαν με μανία προσπαθώντας να φτάσουν τα πόδια μας. Ξανατραβιόταν και ξανάπεφταν πάνω μας ακούραστα.
Τα χτυπούσαμε με τα παλούκια και προχωρούσαμε αργά. Σημάδευα στο κεφάλι το πιο θαρραλέο, ένα ασπρόμαυρο θεόρατο θεριό - ήταν ένα κόλπο που είχα μάθει από τον πατέρα μου. Αν σκιαζόταν αυτό και τα άλλα θα υποχωρούσαν.
Όλα πήγαιναν σχετικά καλά, η στροφή πλησίαζε, μετά θα μας άφηναν ήσυχους.
-Λίγο ακόμα, φώναξα, περισσότερο για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου.
Άκουγα πίσω μου την βαριά ανάσα του Α. και γδούπους από κτυπήματα αλλά δεν τολμούσα να γυρίσω να κοιτάξω, Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στη στροφή μπροστά που πλησίαζε.
Παρόλη την ψύχρα καυτός ιδρώτας κυλούσε στο στήθος μου και αισθανόμουν μια ανατριχίλα στο σβέρκο. Ξαφνικά ένοιωσα ότι κάτι δεν πάει καλά πίσω μου.
-Ο Α. ρε συ πού είναι; ψέλλισα. Γυρίσαμε το κεφάλι αριστερά και τον είδαμε να τρέχει μέσα στο δάσος με 5-6 σκυλιά από πίσω. Δεν άντεξε την πίεση και έσπασε γιατί δέχτηκε τη μάζα των σκυλιών. Ορμήσαμε πίσω του, μέσα στο δάσος και μόλις και προλάβαμε να τον πάρουμε μέσα από τα δόντια τους. Υποχωρώντας βήμα- βήμα πέσαμε σε αδιέξοδο. Δυο τεράστιοι βράχοι μας έκοβαν το δρόμο αλλά και προστάτευαν τα νώτα μας. Ακολούθησαν μερικά εφιαλτικά λεπτά μέχρι επιτέλους να εμφανιστεί ο τσοπάνος…
Αυτά πέρασαν πια! Τέντωσα μπροστά μου τεμπέλικα τα πόδια μου, με κόπο έβγαλα τα άρβυλα και τα απίθωσα δίπλα μου πάνω στο νοτισμένο χορτάρι, βγάζοντας αναστεναγμούς ανακούφισης. Ξεχνούσαμε εύκολα τις δυσκολίες και αυτό μας προστάτευε από απογοήτευση και απαισιοδοξία.
Να έβγαινε και λίγο ο ήλιος, μονολόγησα. Σήκωσα το αλουμινένιο παγούρι μου και ήπια δυο τρεις γουλιές.
Το Πίνοβο το πρωτοείδα σε φωτογραφίες που μου είχε δείξει ο Λ. - είχε έρθει άλλη μια φορά βλέπεις... Βλέποντας τις φωτογραφίες είχα σχηματίσει τις δικές μου εικόνες. Η πραγματικότητα δεν με απογοήτευσε καθόλου.
Κοίταξα στο βάθος. Κορφές στεφανωμένες με σύγνεφα. Γκρι- γαλαζωπά άσπρα έπαιζαν στα δεξιά μας, πάνω στον ομαλό μονοκόμματο όγκο του Καϊμάκτσαλαν. Ακριβώς μπροστά μας ξεκινούσε το δάσος. Κάτω φτέρες να γυαλίζουν μουσκεμένες στο λιγοστό απογευματινό φως. Παραπέρα έλατα πυκνά, το ένα πάνω στο άλλο σχημάτιζαν αδιαπέραστο τείχος που σκαρφάλωνε μέχρι την απέναντι πλαγιά. Στην κοντινή κορφή τα στουρνάρια και οι σάρες λαμποκοπούσαν σαν χιονούρες.
-Εδώ είναι μια άλλη Ελλάδα, ψιθύρισα.
Ο Λ. γύρισε προς τη μεριά μου.
-Είχες δίκιο, του λέω. Είναι το ωραιότερο βουνό.
Χαμογέλασε. Όταν επιβεβαιώνεις το Λ. τον κάνεις ευτυχισμένο. Έφερε το χέρι στο κεφάλι τραβώντας προς τα πίσω τον κόκκινο σκούφο, μια κίνηση που έκανε συχνά.
-Αύριο θα δούμε τα καλύτερα!
-Ωχ, κατάλαβα τι μας περιμένει μουρμούρισε ο Α. από το κατώφλι του δασικού. Εγώ θα μείνω εδώ, συμπλήρωσε. Θα μαγειρέψω κιόλας. Έτριψε παιχνιδιάρικα το κάτω μέρος του προσώπου του. Ένα συνηθισμένο πείραγμα του Α. στον Αρθούρο.
- Κι εγώ λέω να μην πάω στην κορυφή. Ας πάει μόνος του ο Λ, συμφώνησα σοβαρά.
Κοίταξα το Λ. προσπαθώντας να παραμείνω σοβαρός..
- Και τι θα μαγειρέψεις ρε συ; Ρώτησε.
- Κονσέρβα σκουμπρί με κρεμμύδια (η αγαπημένη μας κονσέρβα στο βουνό) απάντησε ο Α. ξεδιάντροπα.
- Άντε γ……. . Άρπαξε μια κοτρώνα από κάτω και του την έριξε γελώντας.
Σηκώθηκε και άρχισε να καρφώνει ένα θερμόμετρο στον εξωτερικό τοίχο του δασικού.
Ξαφνικά μια μαύρη μερσεντές φάνηκε να έρχεται από την κατεύθυνση του Βορεινού.
Χωματόδρομος και μερσεντές δεν πάνε μαζί, αναλογίστηκα. Και σ’ αυτή την ερημιά! Το χέρι μου πήγε ασυναίσθητα στο πλευρό μου. Έψαχνα το μαχαίρι μου- βλαστήμησα χαμηλόφωνα, το είχα μέσα στο δωμάτιο.
-Λ. πρόσεχε, μουρμούρισε ο Α.
Είχαμε ακούσει ότι σ’ αυτή την περιοχή οργίαζε το λαθρεμπόριο με τη Γιουγκοσλαβία.
Ο κουστουμαρισμένος οδηγός βγήκε από το αμάξι, ο συνεπιβάτης καθισμένος στο πίσω κάθισμα έμεινε μέσα. Πλησίασε άνετος και ρώτησε τον Λ.
-Είναι Γιουγκοσλαβία εδώ; Στα ελληνικά φυσικά. Έπνιξα ένα γέλιο που ανέβηκε αυθόρμητα στο στόμα μου.
- Ελλάδα. Τα σύνορα είναι παραπέρα, προς τη Μπλάτσα
-Και τι είναι η Μπλάτσα;
Μάταια περίμενε απάντηση. Ποτέ δεν ήμασταν φιλικοί με τους ξένους. Η μάνα μου μας φώναζε «οι άνθρωποι του βουνού και της στάνης»….
-Πόσοι είστε;
Μου φάνηκε περίεργη ερώτηση.
-Καμιά δεκαπενταριά. Οι άλλοι είναι στο δάσος απάντησε πονηρά ο Λ.
-Δεκαπενταριά; αναρωτήθηκε φωναχτά. Και τι κάνουν στο δάσος;
-Γυμνάζουν τα κυνηγόσκυλα.
Μας κοίταξε με δυσπιστία, αλλά δεν είπε τίποτα. Έκανε να έρθει προς την καλύβα. Ανασηκώθηκα αργά. Το μετάνιωσε και γύρισε πίσω.
Η μερσεντές έκανε μεταβολή και γύρισε πίσω από εκεί που ήρθε.
-Ρε συ, τι τις ήθελες τις κόκκινες κάλτσες και τον κόκκινο σκούφο, πείραξα το Λ. Σε πέρασε για Γιουγκοσλάβο κομμουνιστή.
-Καλά, γιατί δεν του απάντησες στα Σλάβικα; είπε ο Α..
-Ξέρω εγώ Σλάβικα; απάντησε ο Λ. που όλα τα έπαιρνε στα σοβαρά.
Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει. Η νύχτα έρχεται γρήγορα στο βουνό. Ο χώρος γέμισε σκιές.
Τα ξύλα άρπαξαν με το ζόρι έτσι που ήταν υγρά. Πιο πολύ καπνός παρά φλόγα. Μπορεί να ‘ταν Απρίλης αλλά το αγιάζι μας περόνιαζε τα κόκαλα. Ο Α. έριξε λίγα προσανάμματα που είχε μαζέψει από ένα άνοιγμα ανάμεσα σε βράχια. Μεμιάς η φλόγα φούντωσε και απλώσαμε τα χέρια για να τα ζεστάνουμε. Σε λίγα λεπτά είχαμε ψηθεί από μπρος και ήμαστε παγωμένοι από πίσω.
-Εδώ πιο κάτω είναι ένα ερειπωμένο φυλάκιο, έσπασε τη σιωπή ο Λ.
Πήρα τη φλιτζάνα με τον καφέ και ανακάτεψα, κουνώντας αργά το χέρι μου.
-Πρέπει να είναι από τον Εμφύλιο, συνέχισε. Χύθηκε πολύ αίμα εδώ πάνω.
Σαν να ξυπνούσα από λήθαργο απομάκρυνα το βλέμμα μου από τις φλόγες και κοίταξα γύρω μου. Είχα παραβιάσει τις οδηγίες του πατέρα μου: να μην κοιτώ ποτέ για ώρα τη φωτιά. Για λίγα δεύτερα δεν έβλεπα τίποτα. Μετά έστρεψα το βλέμμα στο δασωμένο λόφο στα ανατολικά. Αν υπήρχε φυλάκιο εδώ κοντά, θα ήταν εκεί πάνω, σκέφτηκα.
-Εκεί είναι, είπε ο Λ. λες και διάβασε τις σκέψεις μου.
Το ’48 όλα τα χωριά της περιοχής ερημώθηκαν, συμπλήρωσε με σιγανή φωνή. Οι ντόπιοι ή μεταφέρθηκαν στις πόλεις ή πήραν τα βουνά και βγήκαν στο κλαρί. Συναντήθηκαν πάλι εδώ στα χαρακώματα. Σαν εχθροί πια. Να βγάλει ο ένας το μάτι του άλλου.
Και οι Σαρακατσάνοι ακόμα, πήραν τα κοπάδια τους και έγιναν καπνός για να τα γλυτώσουν.
-Ο πατέρας σου εδώ πολέμησε; Με ρώτησε ο Απόστολος.
Δεν βιάστηκα να απαντήσω. Ξανάστρεψα το βλέμμα στον απέναντι λόφο. Μισόκλεισα τα μάτια και εικόνες άρχισαν να περνούν μπροστά μου. Φαντάστηκα σκιές να γλιστρούν ανάμεσα στα δένδρα της πλαγιάς, φωτιές εκρήξεις και αλαλαγμούς.
-Ο πατέρας μου; Όχι. Ο Θείος μου ήταν κάπου εδώ. Ο πατέρας μου πολέμησε στην Κορέα. Πήγε να «αποχρωματιστεί» μπας και βρει δουλειά. Ήταν αριστερός βλέπεις…
Γύρισε από την Κορέα σε μια Ελλάδα ρημαγμένη από τον εμφύλιο. Είχε και ένα χαρτί από τη Βασίλισσα, Θα του εξασφάλιζε δουλειά του ‘χαν πει. Ήταν και μορφωμένος, απόφοιτος Γυμνασίου και με καλό βαθμό.
-Βρήκε δουλειά στο Δημόσιο; Ρώτησε ο Α.
-Στο Δημόσιο; Χα! Πουθενά δουλειά! Για κανέναν. Πήγε στον εργολάβο για να ξηλώνει ράγες από τα τρένα.
Σήκωσα τα χέρια μου και τέντωσα μπροστά τις παλάμες.
Με κοίταξαν απορημένοι.
-Και του πατέρα μου οι παλάμες είναι μικρές, σαν τις δικές μου.
Ο Α. και ο Λ. άκουγαν αμίλητοι.
-Του ζήτησαν να τους δείξει τις παλάμες του και δεν τον πήραν!
« Για να κρατάν το οπλοπολυβόλο έκαναν τα χέρια μου»! τους είπε, «για να βγάζουν σίδερα δεν κάνουν»; Μάταια. Δεν τον πήραν.
Ανακάτεψα με τη μαγκούρα μου τη φωτιά. Χιλιάδες σπίθες σκορπίστηκαν γύρω μας.
-Ρημάχτηκε ο τόπος φιλαράκια.
Έγειρα αργά το σώμα μου πίσω. Ένοιωθα έξαψη και δεν ήξερα αν ήταν από τη φωτιά.
Αργά το βράδυ σπρώξαμε τη μασίνα και μπλοκάραμε την πόρτα της καλύβας. Ο ύπνος μου ήταν ταραγμένος.
Το πρωί ήταν μια άλλη μέρα!
Η πορεία προς την κορυφή ήταν εύκολη όσο ήμασταν στο δασικό δρόμο. Διασχίζαμε πυκνά δάση από έλατα που έφτιαχναν αδιαπέραστους τοίχους στα πλαϊνά του δρόμου. Πού και πού μπαίναμε στο ελατόδασος για να κόψουμε δρόμο και περπατούσαμε κυριολεκτικά στο μισοσκόταδο παραμερίζοντας τα χαμηλά σκληρά κλαδιά που συχνά άφηναν πάνω στο σώμα μας ανεξίτηλα κόκκινα σημάδια. Όσο πλησιάζαμε στα γυμνά τόσο πύκνωναν οι χιονούρες, στις περισσότερες φορές λασπωμένο χιόνι που άφηνε να περνά από κάτω μια φλέβα κρυστάλλινου νερού.
Καβαλικέψαμε την τελευταία πλαγιά πριν τα γυμνά και μείναμε άφωνοι και ακίνητοι για αρκετά λεπτά.
Απέναντί μας η κορφή στεφανωμένη με σύννεφα. Ανάμεσά σε μας και στην κυρία 2156 μέτρα ένα απότομο βύθισμα που μαστόρεψε η φύση. Αμέτρητοι βράχοι λειασμένοι από τα χιόνια και το νερό, τεράστιοι, στο τέλος του δρόμου τους, αρχαίοι, ο ένας πάνω στον άλλο. Λιβάδια με κίτρινο χόρτο και ταπέτα με τα πρώτα αγριολούλουδα ανακατεμένα με άσπρες στάμπες χιονιού.
Νοερά σχεδίασα την πορεία που θα ακολουθούσαμε.
Κυματιστοί λόφοι σκαρφάλωναν προς την κορφή. Νότια, στο φρύδι της χαράδρας ένας φοβερός γκρεμός άφηνε ελεύθερη τη θέα προς τον κάμπο.
Μείναμε πολλή ώρα εκεί, ακίνητοι με τον άνεμο να μας κόβει την ανάσα.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
Στην ψηλότερη κορφή μείναμε λίγο. Ήμαστε τόσο απορροφημένοι από τη θέα προς την κατάλευκη Τζένα που ξεχάσαμε να ψάξουμε για τα σέρβικα κανόνια.
Στο γυρισμό έκανα σαν παιδί. Ξάπλωνα στα χόρτα, σταματούσα σε κάθε καινούριο αγριολούλουδο και παρακαλούσα τον φίλο μου για μια παραπάνω φωτογραφία αλλά «οι στάσεις» ήταν περιορισμένες.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

1. Επιστροφή στο καλύβι.

Σταματάμε σε έναν χείμαρρο, σε μια στενή κοιλάδα πνιγμένη στο χιόνι. Το νερό περνά κάτω από τη χιονούρα και φυσικά είναι παγωμένο. Βρέχουμε τα χείλια μας και πίνουμε αχόρταγα. Ο Λ. μέσα σε σφυρίγματα βγάζει τη μπλούζα του και δρόσιζει το στήθος του. Τα δένδρα είναι γυμνά. Η άνοιξη αργεί να έρθει σ’ αυτά τα βουνά. Το γεύμα μας κονσέρβες φασόλια γίγαντες, ντολμαδάκια ΖΑΝΑΕ και ζαμπόν. Για συνοδευτικό κρεμμύδια σπασμένα στο γόνατο. Ο Λ. έχει μια καραβάνα στρατιωτική, αγορασμένη από τον Πετρίδη. Αν και είναι πανάκριβος, σωστό φαρμακείο, από εκεί ψωνίζουμε τα ορειβατικά μας είδη. Έχει τα πάντα, μεταχειρισμένα και καινούρια. Εγώ και ο Α. τρώμε από την κονσέρβα.


Πάντα επιστρέφοντας από μια κορυφή έχω την ανησυχία ότι δεν θα βρούμε το δρόμο. Ίσως μου έχει μείνει από το Βέρμιο. Φυσικά δεν λέω τίποτα. Δεν ξέρω αν οι φίλοι μου έχουν το ίδιο άγχος. Οι χάρτες μας είναι αντιγραφή από το βιβλίο του Νέζη και δεν μοιάζουν ακριβείς - δεν έχουν λεπτομέρειες. Συνέχεια αναρωτιέμαι μήπως μπήκαμε καταλάθος στη Γιουγκοσλαβία.

2. Χθες, αργά το απόγευμα επισκεφτήκαμε ένα παλιό έρημο φυλάκιο. Χωμένο μέσα στο δάσος, γεμάτο σιωπή και σκιές. Οι πόρτες έτριζαν. Τα παράθυρα σπασμένα. Και οι τρεις πηγαίναμε μαζί από δωμάτιο σε δωμάτιο. Για να διασκεδάσουμε το φόβο μας κάναμε με το στόμα μας τον ήχο από πόρτα που τρίζει, τάχα για να τρομάξουμε ο ένας τον άλλον. Στους τοίχους σκαλισμένα ονόματα και ανεκπλήρωτοι έρωτες…

ΥΓ


Μετά από χρόνια, το 1995, παντρεμένος πια, την πρωτομαγιά ξαναήρθα στο Πίνοβο με μεγάλη παρέα για να πιάσουμε το Μάη. Ανεβήκαμε το φιδογυριστό χωματόδρομο προς την καλύβα με το δικό μου αμάξι οδηγό. Περάσαμε τη στάνη και όταν ανεβήκαμε ψηλά προς έκπληξή μας το χιόνι στο δρόμο ήταν τόσο πυκνό που ήταν αδύνατο να προχωρήσουμε. Βγήκα από το MICRA και παρακάλεσα τους φίλους και τις φίλες μου να μου δώσουν λίγη ώρα προθεσμία. Στο βάθος σε απόσταση ενός χιλιομέτρου φαινόταν η καλύβα. Άρχισα να τρέχω προς έκπληξη όλων μέσα στο χιόνι που μου έφτανε μέχρι το γόνατο. Έφτασα με μεγάλη δυσκολία στο καλύβι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει κι ας είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια. Εκεί ήταν και η μασίνα, εκεί και οι πόρτες κρεβάτια.

Τα τελευταία χρόνια πηγαίνοντας με το σχολείο στα λουτρά του Πόζαρ λέω στους συναδέλφους μου: Να το Καϊμάκτσαλαν και δίπλα η Τζένα. Στη μέση το Πίνοβο.
-Τι είναι αυτό με ρωτούν- δεν το έχουν ξανακούσει.
-Το ωραιότερο βουνό στην Ελλάδα
-Τι υψόμετρο έχει;
-Α! Να ρωτήσετε το Λ., απαντώ και διασκεδάζω με την απορία στο πρόσωπό τους.

Χθες ένα φιλαράκι που διάβασε το φρεσκογραμμένο κείμενό μου με ρώτησε αν πράγματι τα πράγματα ήταν τόσο δύσκολα στη μάχη με τα τσοπανόσκυλα.
-Όχι του απάντησα, ήταν πολύ χειρότερα!
Συνημμένα
8744.jpg
Το ψιλόβροχο στην ανάβαση, εκνευριστικό
pupu.jpg
Το δασικό ήταν δεν ήταν 30 τετραγωνικά
865.jpg
Μέσα στο αρχαίο δάσος, σαν ιππότες με πανοπλίες
5885.jpg
πήρα ένα ξύλο και άρχισα να το σβαρνίζω προς την καλύβα
808.jpg
Το Καϊμάκτσαλαν, όπως φαίνεται από το Πίνοβο
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος ahiako την Τετ 19 Δεκ 2012, 20:41, έχει επεξεργασθεί 6 φορές συνολικά.

ahiako
Δημοσιεύσεις: 70
Εγγραφή: Τετ 24 Οκτ 2012, 13:33

Re: Πίνοβο

Δημοσίευση από ahiako » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 20:29

κάποιες ακόμα φωτογραφίες εποχής.
Συνημμένα
o[oo[.jpg
Άνοιξη στο Πίνοβο
6y6.jpg
Πίσω μας πιθανόν η κορυφή Δεσπότης
9[9[9.jpg
Στα γυμνά
5858.jpg
Στην κορφή
7976.jpg
Η Τζένα όπως φαίνεται από την κορυφή

Άβαταρ μέλους
nektaman
Δημοσιεύσεις: 799
Εγγραφή: Δευ 06 Δεκ 2010, 23:41
Τοποθεσία: Χανιά Κρήτη

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από nektaman » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 21:27

απίστευτα εμπνευσμένη διήγηση...

ahiako με τα παιδιά αυτά έχεις ακόμα κάποια επικοινωνία ?? αυτοί ορειβατούν ακόμα ή όχι ??

θα ήθελα επίσης να μάθω πως βλέπεις την υπόθεση "βουνό" σήμερα, απο την θέση δηλαδή του παλιού....

πραγματικά αυτά τα πουλόβερ ήταν σαν πανοπλίες, ακόμα έχω ένα τέτοιο κάπου, μπέζ χρώμα κλασσικά...
το γέλιο είναι η λάμψη της ψυχής...

ahiako
Δημοσιεύσεις: 70
Εγγραφή: Τετ 24 Οκτ 2012, 13:33

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από ahiako » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 21:58

nektaman έγραψε:απίστευτα εμπνευσμένη διήγηση...

ahiako με τα παιδιά αυτά έχεις ακόμα κάποια επικοινωνία ?? αυτοί ορειβατούν ακόμα ή όχι ??

θα ήθελα επίσης να μάθω πως βλέπεις την υπόθεση "βουνό" σήμερα, απο την θέση δηλαδή του παλιού....

πραγματικά αυτά τα πουλόβερ ήταν σαν πανοπλίες, ακόμα έχω ένα τέτοιο κάπου, μπέζ χρώμα κλασσικά...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Σήμερα βλέπω ότι υπάρχουν ευκολίες που δεν τις είχαμε εμείς. Θυμάμαι ότι το 1980 είχαμε για πρώτη φορά παράνομο ΣΙΜΠΙ (δεν επιτρεπόταν τότε) για να επικοινωνούμε με το σπίτι μας αν χρειαστούμε βοήθεια. Σήμερα δεν χάνεσαι ποτέ (αν και ο φίλος σγουρομάλλης έλεγε ότι ο σωστός ορειβάτης δεν χάνεται ποτέ, απλά επαναπροσδιορίζει τη θέση του) με τα συστήματα που υπάρχουν, γνωρίζεις τι καιρό θα κάνει και έχεις τα καλύτερα ρούχα και εξοπλισμό (ακούω κάτι για μεμβράνες που δεν καταλαβαίνω).
Για να δείξω το μέγεθος της ένδειας θα πω ότι καρφιά και καρυδάκια αγοράζαμε από τον Κλαουδάτο. Ήταν τόσο ακριβά που τα βάζαμε αραιά (τόσο που αμφιβάλω αν θα μας προστάτευαν σε πτώση) και τα μαζεύαμε οπωσδήποτε όλα.
Οι δικές μας αναβάσεις ήταν περιπέτεια (οι χάρτες με λίγες λεπτομέρειες). Πολλές φορές δεν ήξερες αν θα βγεις.
Όσο για τις σχέσεις της συντροφιάς, με τους συντρόφους μου ήμασταν μαζί από το γυμνάσιο όχι μόνο στο βουνό αλλά σχεδόν καθημερινά μαζί. Αλλά υπήρχαν και τότε συντροφιές που δεν μιλιόνταν στο βουνό και όμως συνέχιζαν να ανεβαίνουν. Πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Πιστεύω ότι το βουνό και οι άνθρωποί του αντιστεκόμαστε ακόμα στην εκμετάλλευση και την εμπορευματοποίηση και απ' ότι έχω δει σε άλλο φόρουμ (το γνωστό που έκλεισε) υπάρχουν πολλοί με οικολογικές ανησυχίες.
Αλίμονο αν οι νέοι δεν ήταν καλύτεροι από εμάς. αλίμονο.
Για τους συντρόφους μου έχω να πω ότι δεν καταγράφω το όνομά τους γιατί δεν ξέρω αν θα το ήθελαν μιας και στα κείμενά μου αναλύονται πολύ προσωπικές ατιγμές (ακόμα και οι διάλογοι είναι σχεδόν αυθεντικοί). Το δικό μου όνομα δεν ντρέπομαι να το πω. Είμαι ο Θανάσης Τσιλιγγούδης, δάσκαλος από Θεσσαλονίκη (πάντα γράφω επώνυμα) και είμαι περήφανος για τις επιλογές μου.
Ο ένας από τους συντρόφους μου (αυτούς που καταγράφονται στο συγκεκριμένο κείμενο) είναι και κουμπάρος μου πια και ο άλλος είναι τώρα μεγάλο όνομα σε άθλημα παραπλήσιο. Δεν τους βλέπω συχνά αλλά εξακολουθούν να είναι αδέρφια μου.
Συγνώμη αν σας κούρασα με όλα αυτά και ελπίζω να έχουν ενδιαφέρον.

Άβαταρ μέλους
Μήτρου Τάκης
Δημοσιεύσεις: 635
Εγγραφή: Πέμ 18 Οκτ 2012, 20:08
Τοποθεσία: Πτολεμαΐδα

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από Μήτρου Τάκης » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 22:36

Γεια σου Θανάση. Μας έκανες την Βραδιά με την διήγηση σου. Ο καθείς με το μεράκι και τις παρακαταθήκες του. Να εισαι καλα.

Άβαταρ μέλους
nektaman
Δημοσιεύσεις: 799
Εγγραφή: Δευ 06 Δεκ 2010, 23:41
Τοποθεσία: Χανιά Κρήτη

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από nektaman » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 22:55

πάντα να είσαι καλά να μας ταξιδεύεις θανάση ...

νεκτάριος
το γέλιο είναι η λάμψη της ψυχής...

Άβαταρ μέλους
yannisdelta
Δημοσιεύσεις: 666
Εγγραφή: Πέμ 11 Οκτ 2012, 17:35

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από yannisdelta » Πέμ 08 Νοέμ 2012, 23:27

Ρε φίλε παρακαλάς να μην τελειώσουν αυτές οι αφηγήσεις σου.
Για ταξίδεψέ μας και σ' άλλα βουνά.

Άβαταρ μέλους
geohnit
Δημοσιεύσεις: 86
Εγγραφή: Σάβ 20 Οκτ 2012, 00:21

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από geohnit » Παρ 09 Νοέμ 2012, 01:40

ahiako ευχαριστούμε

Άβαταρ μέλους
loui
Δημοσιεύσεις: 65
Εγγραφή: Τρί 02 Οκτ 2012, 23:09
Τοποθεσία: Όπου γης και Πατρίς

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από loui » Παρ 09 Νοέμ 2012, 02:47

Δάσκαλε Θανάση,εύχομαι να σου δίνεται ο τόπος και ο χρόνος να μεταλαμπαδεύεις τις γνώσεις τις εμπειρίες και την αγάπη σου για το βουνό,στους μαθητές σου.
¨ζήσε αυτό που είσαι¨

ahiako
Δημοσιεύσεις: 70
Εγγραφή: Τετ 24 Οκτ 2012, 13:33

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από ahiako » Παρ 09 Νοέμ 2012, 15:43

Ο χάρτης της διαδρομής με αναφορές στο κείμενό μου. Η ανάβαση από Βορεινό μέχρι καλύβα είναι με τα πόδια περίπου 5 ώρες αν θυμάμαι καλά. Η διαδρομή μέχρι τα γυμνά μπορεί να γίνει άνετα με τζιπ. Δεν θυμάμαι από την καλύβα μέχρι την κορυφή πόσες ώρες πορεία είναι.
Συνημμένα
πίνοβο.jpg

ahiako
Δημοσιεύσεις: 70
Εγγραφή: Τετ 24 Οκτ 2012, 13:33

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από ahiako » Παρ 09 Νοέμ 2012, 17:28

Μετά από 30 χρόνια επιστροφή στο Πίνοβο (με τζιπ αυτή τη φορά).
Συνημμένα
DSCF0945.jpg
Οι κορφές όπως φαίνονται από το δασικό δρόμο.
DSCF0919.jpg
Το δασικό φυτώριο όπου έγινε η επίθεση των σκυλιών.
DSCF0921.jpg
πλησιάζοντας στην καλύβα
DSCF0927.jpg
Εδώ κάποτε ήταν το δασικό καλύβι που μας φιλοξένησε.
DSCF0929.jpg
κάτω από ένα άθλιο υπόστεγο που έστησαν οι κυνηγοί.

ahiako
Δημοσιεύσεις: 70
Εγγραφή: Τετ 24 Οκτ 2012, 13:33

Re: Ξεθωριασμένες εικόνες από Πίνοβο, Απρίλιος 1981

Δημοσίευση από ahiako » Παρ 09 Νοέμ 2012, 17:33

Μετά από 30 χρόνια (2012) το Πίνοβο έχει γεμίσει από ιδιοκατασκευές- καλύβες των κυνηγών. Αντί για βαβίσματα σκύλων ακούω σκυλάδικα από το λόφο με το παλιό φυλάκιο.
Συνημμένα
DSCF0930.jpg
Ο δρόμος που οδηγεί στο παλιό φυλάκιο
DSCF0943.jpg
Το αρχαίο δάσος
DSCF0923.jpg
Προς τη Μπλάτσα
DSCF0936.jpg
Η Μπλάτσα στην πρωινή ομίχλη
DSCF0938.jpg
Ομορφιές

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πίνοβο”