Εγγραφή    Σύνδεση    Δ. Συζήτηση    Αναζήτηση    Συχνές Ερωτήσεις



Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 17 Δημοσιεύσεις ] 
Συγγραφέας Μήνυμα
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:11 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνομαι να γράψω ένα οδοιπορικό για Βοϊδομάτη – Αώο. Πολλές φορές και στο παρελθόν βρέθηκα αντιμέτωπος με μια λευκή κόλλα και με τρόμαξε η αίσθηση της ανημποριάς μου.
Από μόνες τους οι λέξεις αυτές προκαλούσαν έναν κατακλυσμό εικόνων και χρωμάτων στο μυαλό μου, έτσι ώστε μου ήταν αδύνατον να συμμαζέψω τις αναμνήσεις μου και να τις χωρέσω σε μια σελίδα. Έπρεπε να καταγράψω την αγάπη μου γι αυτό τον τόπο, για τις εναλλαγές στα χρώματα, για την καθαρότητα του ουρανού. Και αυτό το νερό! Να το περιγράψω, να το χωρέσω σε σειρές.
Κάθε φορά λοιπόν τσαλάκωνα το χαρτί, το πετούσα και έλεγα στον εαυτό μου: Δεν είμαι έτοιμος. Άλλη φορά!
Τον προηγούμενο μήνα βλέποντας κάποιες παλιές φωτογραφίες μέσα από ένα σημειωματάριο κίτρινο από το χρόνο, ξεχασμένο στον πάτο μιας κούτας, ανακάλυψα κείμενα φθαρμένα και ξεπερασμένα, εντυπώσεις της στιγμής. Τρόμαξα και καρδιοχτύπησα. Από αυτά τα παλιόχαρτα άρχισαν να ξεπηδούν φαντάσματα που νόμισα ότι τα είχα ξορκίσει. Σκέψεις απαγορευμένες και ξεχασμένες. Μπροστά μου περνούσαν στιγμιαία και εικόνες που νόμιζα ότι είχα ξεχάσει:
Πριν τη Βωβούσα…….. τις φιγούρες μας- τρία εικοσιπεντάχρονα παιδιά, σαν σε κινηματογραφικό φιλμ σε γρήγορη κίνηση, να εγκαταλείπουν το ποτάμι, να κινούνται αφιονισμένα, προς τα πάνω και μόνο προς τα πάνω, καβάλα στην απόκρημνη πλαγιά. Βυθισμένα δάχτυλα στο χώμα, πόδια που έσπρωχναν προς τα πάνω. Να φύγουμε, θέλαμε, να φύγουμε μακριά από το ποτάμι, το διαβολικό του ήχο, τις ατέλειωτες δαντέλες του. … Το είχα μισήσει λοιπόν το ποτάμι;
Ξαφνικά συνειδητοποίησα τις αντιφάσεις στο τοπίο. Άλλοτε φιλικό, μια ζεστή ανοικτή αγκαλιά και άλλοτε φριχτό και αδυσώπητο. Τις ίδιες αντιφάσεις και στη συμπεριφορά μου.
Ήμουν διχασμένος και αλλοπρόσαλλος: Και το παραμικρό θρόισμα του χόρτου κάποιες φορές είχε σημασία, η ανεπαίσθητη αλλαγή στο χρώμα του ποταμού, το ξεκόλλημα ενός βράχου κάτω από το πόδι μου.
Άλλες στιγμές πάλι, όλα τα προσπερνούσα, τα σάρωνα. Μου ήταν αδιάφορα. Ήμουν μια μηχανή καλοκουρδισμένη, χωρίς αισθήσεις.
Έκλεισα τα μάτια και είδα τον εαυτό μου να φοβάται. Σκοτάδι πίσσα. Κάποια βραδιά στην ερημιά, ένας κοντινός ήχος από το δάσος, ένα ορμητικό πέρασμα του ποταμού. Άλλες φορές πάλι κρεμόμουν χωρίς καν να ιδρώσει το αυτί μου από το ένα χέρι, σκαλωμένος σε ένα «πιάσιμο» πάνω από το ποτάμι ή έκανα άλματα 2 μέτρων από βράχο σε βράχο χωρίς δισταγμό.
Αμέσως πανικόβλητος έκλεισα το παλιοτέφτερο, το πέταξα πίσω, στο βάθος της κούτας και έπιασα τον εαυτό μου να μουρμουρίζει, να παραμιλά.
Όταν μετά από μέρες ξανάνοιξα τις σημειώσεις μου, αποφάσισα: Να γράψω λοιπόν.
Πώς όμως να αποφύγω την υπερβολή. Πολλά γεγονότα μεγεθύνθηκαν στο μυαλό μου έτσι ώστε τώρα, μετά από εικοσιπέντε χρόνια, θεωρώ την υπερβολή - πραγματικότητα και το απλό - σύνθετο. Τα πετραδάκια που έπεφταν από ψηλά και έσκαζαν δίπλα μας στο φαράγγι του Αώου, κάτω από τη μονή Στομίου, τώρα πια εμφανίζονται στο μυαλό μου σα βράχια και έτσι τα αφηγούμαι, πιστεύοντας ότι λέω την αλήθεια. Λοιπόν τι να περιγράψω; Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι ένας απλός τόπος, ένα βουνό- ένα δάσος ένα ποτάμι θα μπορούσε να δημιουργήσει τόσα αντικρουόμενα συναισθήματα!
Πώς να αποφύγω τους μελοδραματισμούς;
Πώς να γράψω ανοιχτά χωρίς να εκτεθώ;
Σήμερα, βρήκα απάντηση στο ερώτημά μου. Εσείς θα τα πιστέψετε και θα τα δεχτείτε όλα αυτά, για έναν απλούστατο λόγο. Σήμερα πιο ώριμος από ποτέ, είμαι σίγουρος ότι και σεις βιώσατε και βιώνετε τα ίδια συναισθήματα. Τον ίδιο παραλογισμό. Ίσως σε άλλο τόπο, σε άλλο χρόνο. Δεν βρεθήκαμε εκεί, μαζί κατά τύχη, ουρανοκατέβατοι. Είμαι σίγουρος μιας και προερχόμαστε από την ίδια μήτρα, το ίδιο καζάνι. Τη ΜΕΓΑΛΗ μας αγάπη για το βουνό και τη φύση.

1η ΜΕΡΑ Κλειδωνιά - Αρίστη

-Είναι εύκολη η διαδρομή; ρώτησα.
-Πανεύκολη.
Ακουμπισμένος σε ένα πλατάνι δίπλα στις όχθες του Βοϊδομάτη κοιτάζω καχύποπτος το ποτάμι που χάνεται στο βάθος ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση.
Δαγκώνω τα χείλη μου και μισοκλείνω τα μάτια μου, για να δω καλύτερα στην αντηλιά.
Στ’ αριστερά, η παλιά τοξωτή γέφυρα της Κλειδωνιάς είναι η πόρτα to the other side. Απλά περνάς και βρίσκεσαι αλλού, σε άλλον κόσμο.

Τη νύχτα τη βγάλαμε πάνω στις πέτρες και πονούσα σε όλο μου το σώμα. Τεντώνομαι.
-Αυτό είναι! Βραχόκηπος.
-Τι βραχόκηπος;
-Δεν είναι ποτάμι αυτό, επιμένω!
Ο φίλος μου με κοιτά αιφνιδιασμένος.
-Είναι βραχόκηπος .
Γυρνώ προς το Λ. που δείχνει θριαμβευτικά ένα κομμάτι χάρτη.
- Θα ακολουθήσουμε το Βοϊδομάτη και μετά από το Κλήμα σε 3-4ωρίτσες στη Δρακόλιμνη.
Τα έχω ξανακούσει αυτά και μάλιστα πολλές φορές. Την τελευταία φορά η πανεύκολη διαδρομή ήταν 3 μέρες μέσα σε ατέλειωτες δαντέλες ορμητικού νερού.
- Οι υψομετρικές στο Κλήμα είναι πολύ κοντά η μια με την άλλη, ψέλλισα. Και δεν μου αρέσει και το όνομα: Μέγας Λάκκος, συμπλήρωσα χαμογελώντας.
-Και τα ρέματα έχουν πυκνή βλάστηση, φώναξε από το ποτάμι ο Κ.
- Δηλαδή να μην πάμε; Ο Λ. με κοιτάζει βάζοντας τα χέρια στη μέση με το σώμα ελαφρά τραβηγμένο προς τα πίσω, σε μια χαρακτηριστική στάση Λ..
Ρίχνω μια ματιά στον Κ. που ξεπλένει τα ποτήρια του καφέ τσαλαβουτώντας στο ποτάμι.
Κοιτάζω το Λάζαρο σχεδόν προκλητικά.
Ουρλιάζω:
-Άντε με τα κωλόνερα, ξεκινάμε!

Το μονοπάτι τραβά ολόισια μπροστά ακολουθώντας την κοίτη του ποταμού. Το νερό στα δεξιά, κρυστάλλινο μονοπάτι που σκιάζεται από φυλλώματα. Μπροστά μου ο Λ. , αναμφισβήτητα ο φυσικός αρχηγός της ομάδας. Σαν να ανοίγει πατήματα πάνω στο σκληρό χώμα, περάσματα για μας. Όπως τότε πάνω από την Καστανερή. Βήμα –βήμα μέσα στο αφράτο χιόνι. Τότε που έλεγες θα πέσει τώρα, θα πέσει μετά……. Εδώ όμως το μονοπάτι στεγνό, φλογισμένο από τον ήλιο, μα πάλι ο Λ. ανοίγει πατήματα, χαράζει δρόμους.
Πολλές φορές τα φυλλώματα είναι τόσο πυκνά που το μόνο που βλέπω καθαρά είναι το κίτρινο καπέλο του Κ. μπροστά μου, πίσω μου, να σαλεύει σα ζωντανό, ανεξάρτητο από το σώμα του, να ανεβοκατεβαίνει, να χάνεται και να ξαναεμφανίζεται πίσω από βατομουριές.
Κοντεύοντας στη γέφυρα της Αρίστης, σε ένα σκιερό πλάτωμα, δίπλα από το ποτάμι ακούμε ομιλίες. Παιδιά παίζουν στριφογυρίζοντας γύρω από τα δένδρα. Πλησιάζουμε. Καλημερίζουμε και κοντοστεκόμαστε. Μια αδύνατη βιβλική μορφή, τακτοποιεί κάτι σε μια προθήκη στηριγμένη σε ένα τραπέζι. Εδώ, στη μέση του πουθενά. Πλησιάζουμε περισσότερο. Είναι από Αγγλία- έτσι μας είπε- και τακτοποιεί έντομα στις προθήκες. Τα παιδιά του γύρω μας ζουζουνίζουν κι αυτά σαν γιγάντιες πεταλούδες. Του μιλάμε στα αγγλικά και αυτός απαντά απαγγέλλοντας Θουκυδίδη. Θαυμαστής της Ελλαδίτσας μας, μας συστήνεται. Δεν καταλαβαίνω και πολλά πράγματα και ντρέπομαι γι αυτό. Είναι τραγικό: να μας μιλά στα Αρχαία Ελληνικά και εμείς να απαντούμε Αγγλικά! Χαιρετούμε και απομακρυνόμαστε.
Την πρώτη ώρα της πορείας μιλάς με το διπλανό σου, αστειεύεσαι, σιγοσφυρίζεις. Ο σάκος στέκεται ανάλαφρος στους ώμους, ούτε τον καταλαβαίνεις.
Τη δεύτερη ώρα το βλέμμα σου κολλάει σε κάποιο σημείο στη φιγούρα του μπροστινού, τα λόγια λιγοστεύουν.
Την τρίτη ώρα αισθάνεσαι το μυαλό μουδιασμένο, έχεις ανοιχτά τα μάτια αλλά δεν βλέπεις. Απλά προχωράς και σκέφτεσαι. διάφορα απίθανα πράγματα.
Την τέταρτη ώρα ούτε βλέπεις ούτε σκέφτεσαι. Απλά προχωράς σαν κακοκουρδισμένη μηχανή, παραπατώντας, χάνοντας ελαφρά τα βήματα, με το σάκο να βαραίνει στην πλάτη.
Την πέμπτη ώρα απλά βλαστημάς.
Αφήνουμε πίσω μας τη γέφυρα της Αρίστης.
Τώρα πια πρέπει να μπούμε στο νερό. Τέλος το μονοπάτι. Στην αρχή ξάφνιασμα και φωνές έκπληξης. Πάγος το νερό.
Σε λίγο ξαναμπαίνουμε για να αλλάξουμε όχθη. Με τα άρβυλα και τις κάλτσες. Είχαμε πια πάρει την κρυάδα και συνηθίσαμε. Το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Το φαράγγι στένευε και τα βράχια υψώνονταν κάθετα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Το νερό κρούσταλλο. Βλάστηση μέχρι κάτω. Σκιά και ήλιος, στροφή την στροφή
Πολλές φορές δεν ξέρεις αν κινούνται οι όχθες ή το ποτάμι. Φαντάζεσαι τον εαυτό σου ακίνητο και τα βράχια να περνούν δίπλα σου αλλάζοντας χρώματα και σχήμα.
Λες και ο χρόνος είχε σταματήσει, δεν κυλούσε καθόλου. Κάθε στροφή του ποταμού και κάτι καινούριο.
Και σαν από θαύμα το τοπίο γαλήνεψε. Το φαράγγι άνοιξε χάθηκε. Κάτω από το χωριό Βίκος η εκκλησιά της Παναγιάς άσπριζε ανάμεσα στα δένδρα.
-Εδώ θα κοιμηθούμε! Είπε ο Λ.
-Από τώρα; Τον πείραξε ο Κ..
Περπατούσαμε εδώ και έξι- εφτά ώρες.
Κοίταξα ψηλά αριστερά τα Αλώνια συνεπαρμένος, μέχρι να δακρύσω. Περίμενα να δω μορφές αλόγων (δεν ξέρω πώς μου ήρθε) να ξεπροβάλλουν στα χείλη του γκρεμού. Μου φάνηκε σαν κάτι να είδα!
-Έχει άλογα εκεί πάνω; ρώτησα διστακτικά.
Κοίταξαν παραξενευμένοι μια εμένα μια κατά κει και μετά προχώρησαν μπροστά.
Το να ανάψεις φωτιά το καλοκαίρι είναι μια σχετικά εύκολη υπόθεση. Όχι όμως αν είσαι με το Λ. Πρέπει να βρει το μεγαλύτερο και σκληρότερο ξύλο, να το σπάσει με μια τεράστια κοτρώνα με εμάς τους υπόλοιπους να τρέχουμε δεξά και αριστερά να γλυτώσουμε και αν παραμείνει αρτιμελής, να σχηματίσει την τέλεια πυραμίδα, να σκύψει και να φυσά με τις ώρες. Μετά σηκώνεται με ένα θριαμβευτικό ύφος αλλά Λ. και λέει:
-Έτοιμη.
Δυστυχώς η σκηνή έπαιρνε δυο και στην κλήρωση ήμουν ο άτυχος (συχνό φαινόμενο). Έστρωσα το θερμομονωτικό και μπήκα στον αγαπημένο μου υπνόσακο. «Υψηλού Θέρους» τον ονόμαζαν οι φίλοι μου κοροϊδεύοντας, μιας και δεν κρατούσε ζέστη.
Αργά το βράδυ ξύπνησα. Η φωτιά είχε σβήσει και μύριζε κάρβουνο. Από τα δεξιά μου κάτι παράξενο ακουγότανε. Ένα αργό σύρσιμο σαν περπάτημα ανάπηρου και μετά από 2 λεπτά ένας θόρυβος σαν πέτρα που κατρακυλά. Και μετά πάλι το ίδιο. Προσπάθησα να διακρίνω αλλά το σκοτάδι ήταν πυκνό. Ο παράξενος θόρυβος συνεχίστηκε για πολλά λεπτά, ίδιος και απαράλλαχτος. Σούρσιμο- κατρακύλα, σούρσιμο- κατρακύλα. Μετά από τόσα χρόνια στα βουνά πίστευα ότι μπορώ να ξεχωρίσω τους νυχτερινούς θορύβους, όμως αυτό που άκουγα ήταν κάτι άλλο.
Ο Λ. και ο Κ. στη σκηνή. Αφουγκράστηκα. Έφτασε στα αυτιά μου η ρυθμική αναπνοή τους.
Δεν άντεξα και σηκώθηκα. Άρπαξα το φακό και το μαχαίρι μου από δίπλα και προχώρησα προσεχτικά και φώτισα.
Μια χελώνα ανηφόριζε την πλαγιά και μετά από 5 μέτρα, εξαιτίας της κλίσης, κατρακυλούσε πίσω και άιντε από την αρχή. Ξαφνιασμένοι κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο για λίγα δευτερόλεπτα. Έπνιξα ένα γέλιο και την απίθωσα καμιά 10 μέτρα παραπέρα.
-Θα κάνεις κανέναν χρόνο να ξαναφτάσεις, μονολόγησα και χαμογέλασα με την αναλγησία μου.

2η ΗΜΕΡΑ Αρίστη- Κλήμα (Μέγας Λάκκος)

Το επόμενο πρωί συνεχίζουμε την πορεία μας πλάι στην κοίτη του Βοϊδομάτη. Το μονοπάτι στεγνό. Η Αυγουστιάτικη ζέστη γίνεται εντονότερη όσο περνά η ώρα. Φτάνουμε στο Κλήμα. Από εδώ θα περάσουμε στο Μέγα Λάκκο και μετά στα υψίπεδα της Γκαμήλας.
……………………………………………………………………..
Όσο πιο βαθειά μπαίνουμε στο Κλήμα τόσο πιο πολύ μεγαλώνει η ανησυχία μας. Καθώς διασχίζουμε τις απότομες πλευρές του χάνουμε ο ένας τον άλλο. Η βλάστηση είναι οργιώδης. Το φως λιγοστό. Ώρες Βιετνάμ τις αποκάλεσε αργότερα ο Κ. και είχε δίκιο. Προσέχω πού πατάω μην με πάρει η κατρακύλα προς την κοίτη 20 μέτρα παρακάτω. Παραμερίζω τα πυκνά χαμόκλαδα, φτέρες κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο και σχεδόν τρέχω. Τα λεπτά κλαδάκια μαστιγώνουν το πρόσωπό μου και στα χείλη μου σε μια στιγμή έρχεται η γλυκερή γεύση από αίμα. Στην αρχή κάθε φορά που παραμερίζω κλαδί στο διάβα μου, προειδοποιώ «κλαδιιιιιιιιί». Μετά από καμιά ώρα σταματάω. Ήδη ο Κ. είναι 30 μέτρα πίσω μου. Κάπου μπροστά μέσα στη ζούγκλα ακούω το πέρασμα του Λ. , γδούπο από πέσιμο ίσως, σπάσιμο από χαμόκλαδα.
-Είσαι καλά ρε, φωνάζω.
Ακούω κάτι σαν απάντηση, σαν μουρμούρα, χαμογελάω και συνεχίζω.
Βρωμάει μούχλα και σαπίλα. Νιώθω κι εγώ να σαπίζω. Μυρίζω την αναπνοή μου - βρωμάει αποσύνθεση. Η ιδέα μου είναι. Πάνω στα βράχια και στα δένδρα βρύα και κισσοί. Ένα πράσινο χρώμα γύρω μου και τίποτα άλλο, ένα βαθύ βρωμερό πράσινο χρώμα
Αποφασίζουμε για ευκολία να κατεβούμε στην κοίτη.
Έχεις πάει στην κόλαση; Έχεις μπει σε σάουνα; Έχεις βράσει σε καζάνι; Ο αέρας εκεί μέσα δεν κυκλοφορεί δεν υπάρχει. Οι ακτίνες του ήλιου καυτές πέφτουν στα λεία στουρναρόβραχα και τα κάνουν να λάμπουν σαν καθρέφτες. Ανεβαίνουμε σε εξάμετρους βράχους με κομμένη την ανάσα και λυμένα τα γόνατα. Παρατηρώ τον Κ. καθώς σκαρφαλώνει σ’ έναν θεόρατο βράχο πίσω μου. Προσέχω τον τρόπο που λυγίζει το γόνατό του, το πώς βρίσκει το πάτημα και το σωστό πιάσιμο και ησυχάζω, Δεν έχει κουραστεί. Θα περπατήσουμε όσο χρειαστεί μέχρι να βγούμε από το Κλήμα! Αυτό δεν είναι Κλήμα , είναι Κλύσμα.
Αργήσαμε να καταλάβουμε ότι κάτι δεν πάει καλά.
Όσο τέλεια και να τα οργανώσεις, όσα εφόδια και να πάρεις, όσο και να προσέξεις τους χάρτες, πάντα κάτι θα βρεθεί να σου τη σπάσει.
Δεν είχαμε νερό! Αυτό το παλιόρεμα είναι κατάξερο σαν την κόλαση. Και βράζει και καιγόμαστε.
Στο τρίτο διάλειμμα ξαναβγάζω το παγούρι μου και ρουφάω άπληστα χλιαρό νερό.
Ξαφνικά ο Λ. μου χτυπάει το χέρι.
-Λίγο.
-Τι λίγο;
-Πιες λίγο! Κάνε οικονομία!
-Δεν φτάνουμε στα υψίπεδα;
-Δεν ξέρω.
Κοιτάω μπροστά. Η βλάστηση δεν αραιώνει καθόλου, όμως εδώ και ώρα ανεβαίνουμε συνεχώς.
Κουνάω το παγούρι. Έχει δεν έχει ένα ποτήρι νερό ακόμη.
Το παγούρι του Κ. είναι από ώρα άδειο.
Κι όσο σκέφτομαι ότι την Άνοιξη το νερό αφρίζει, να εδώ σ’ αυτά τα βράχια!
Καυτά βράχια, καυτά κατάξερα τρόχαλα, ξεραμένες λιμνούλες, άνυδρη κοίτη, ούτε σταγόνα.
Και η ώρα περνά
Νιώθω την «καταιγίδα» να ‘ρχεται.
Είναι 30 λεπτά που είμαστε κοντά ο ένας στον άλλο. Πολύ κοντά. Αυτό είναι άσχημο σημάδι! Δεν μιλάει κανείς εδώ και ώρα. Ο Λ. δεν βγάζει πια φωτογραφίες. Το έχω ξαναδεί το έργο, αυτή την απαίσια βουβαμάρα. Όπως τότε στο Βέρμιο, όταν χάσαμε το δρόμο μέσα στην ομίχλη. Η ίδια ησυχία, η ίδια ανυπαρξία ήχου. Ο ίδιος απαίσιος ιδρώτας κάτω από τα μάτια.
Δεν ξέρω αν ο Κ. έχει εφεδρικό νερό μαζί του αλλά και δεν ρωτάω. Απαίσιες σκέψεις να προστατέψω το λίγο νερό που έμεινε..
Ο Λ. βγάζει το παγούρι και του το πετάει.
Σε 10 λεπτά κάνω κι εγώ το ίδιο.
Τώρα πια όλα τα παγούρια είναι σχεδόν άδεια.
Στην επόμενη στροφή σε ένα απότομο ντιρέκι ο Κ. πετάει το σάκο του.
-Γυρνάω πίσω, λέει.
Τον παρατηρώ ανήσυχος. Δεν είναι ταραγμένος. Είναι αφύσικα ήρεμος.
-Απλά γυρνάω πίσω κολάρια. Αυτό ήταν.
Κι εγώ εδώ και ώρα κάνω τις ίδιες σκέψεις.
-Ρε συ φτάνουμε! Μόλις βγούμε υπάρχει δεξιά νερό.Ο Λ. τον ταρακουνάει. Κατεβαίνω με δρασκελιές την πλαγιά και τον αρπάζω από τη μέση.
Βλέπω τον Κ. να το σκέφτεται.
-Θα σου πάρω εγώ το σάκο, ουρλιάζει ο Λ. Το λέει και το εννοεί. Τον ξέρω το Λ!
-Φερτον εδώ.
Αρπάζει το σάκο του Κ. από τον ιμάντα και πάει να τον φορέσει. Ο Κ. τραβάει από την άλλη, παλεύουνε για λίγο ιδρωμένοι.
Ο Κ. τελικά αρπάζει το σάκο του και τον φορά.
-Πώς θα γυρίσεις πίσω ρε, πώς; του λέω. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω!
Με σπρώχνει με τους ώμους του και ανεβαίνει μουρμουρίζοντας την πλαγιά.
Νίκησε τους φόβους και τη στιγμιαία αδυναμία του σκέφτομαι, τώρα είναι δυνατός, πολύ δυνατός. Τον Κ. τον ξέρω πολλά χρόνια, δεν έχει ανάγκη!
Ο Λ. μου ρίχνει μια χαϊδευτική κλωτσιά στα πισινά και χύνεται μπροστά...
Βρήκαμε Νερό! Ο Κ. το βρήκε. Και τι νερό! Καταπράσινο με γυρίνους, λασπωμένο, λίγο αλλά νερό.
Πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει η διάθεση! Λίγο νεράκι έστω και βρώμικο και επανέρχονται τα χαμόγελα στην αρχή και τα γέλια μετά. Λίγα χαπάκια στο παγούρι για να μην πάθουμε και τίποτα και δροσιά, υπέροχη δροσιά.
Αρχίζουν τα γνωστά πειράγματα στο Λ..
-Λ. δεν μπορείς να ανέβεις σ’ αυτόν τον βράχο. Του δείχνω έναν κατακόρυφο θεόρατο βράχο 15 μέτρα ψηλό- ούτε σαύρα δεν ανεβαίνει.
-Εγώ ρε μ… δεν μπορώ; ουρλιάζει στ’ αυτιά μου και πάει να σηκωθεί. Τον αρπάζουμε γελώντας και τον ρίχνουμε κάτω.
-Λ. δεν μπορείς να πηδήσεις από 20 μέτρα ύψος λέει ο Κ.
Κοιταζόμαστε και σκάμε στα γέλια. Το Κλύσμα αντηχεί από τις αγριοφωνάρες μας. Ό,τι αγρίμι και να υπήρχε σε ακτίνα χιλιομέτρου εξαφανίστηκε.
……………………………………………………………………..
Επιτέλους το Κλήμα και ο Μέγας Λάκκος είναι πίσω μας. Όλη μέρα μέσα στο ρέμα, όλη την κ…μέρα! Διψάμε του κερατά. Πάλι τελείωσε το νερό. Σύμφωνα με το χάρτη κάπου εδώ υπάρχει μια πηγή. Είναι όμως ψηλά και δεξιά. Και νυχτώνει…
Ξέρεις… στο βουνό νυχτώνει γρήγορα κι εδώ στα υψίπεδα οι σκιές άρχισαν να καλύπτουν κάθε φωτεινή κηλίδα στο ξερό χορτάρι. Ξεκινάν από τα ριζά των βράχων και κατρακυλούν προς τα κάτω σκοτεινιάζοντας.
Ξεδιπλώνοντας τον υπνόσακο κοιτάζω γύρω μου. Ερημιά. Χορταράκι ανάκατο με πέτρες. Δροσιά. Πίσω μας το κλήμα δεν είναι πια φοβερό ρέμα. Μοιάζει με μονοπάτι στρωμένο με τρόχαλα καλά πατημένα που χάνεται πίσω, πολύ πίσω.
Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ. Διψώ και σίγουρα οι σύντροφοι δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση. Τους ακούω να στριφογυρνούν. Κάποτε η αναπνοή τους γίνεται ρυθμική. Κοιμούνται. Προσπαθώ να τους δώσω ονόματα. Φέρνω την εικόνα τους στο μυαλό μου και βάζω τίτλους. Λοιπόν το Λ. θα τον ονόμαζα Hurricane και τον Κ. Harvest Sun.
Δροσερό αεράκι αρχίζει να φυσά. Ξαπλωμένος ανάσκελα έχω τον ουρανό ακριβώς πάνω μου. Αλλάζει χρώμα. Μπλε που σκουραίνει και χάνει τη λάμψη του. Μετά σκούρο σχεδόν μαύρο. Τα φωτάκια πληθαίνουν. Δεν έχω ξαναδεί τόσα άστρα μαζεμένα. Αλλού αραιά, αλλού πυκνά σε σχήματα που πασχίζω να ονομάσω. Δεξιά η φιγούρα της Αστράκας μόλις ξεχωρίζει και όσο περνά η ώρα χάνεται όλο και περισσότερο. Νοιώθω ζαλάδα, πετώ, στριφογυρνώ στον αέρα. Δεν είμαι στην Γκαμήλα, είμαι κάπου μακριά. Βλέπω από ψηλά τα σώματά μας απλωμένα στη σκιά σε έναν τόπο καμίνι. Δεν ακουμπώ στο χώμα, αιωρούμαι. Και ακούω πάλι το τραγούδι. Να το τραγούδι πάλι! Αυτό το τραγούδι του Neil Young από τον τυπάκο με την κιθάρα- το four strong Wings. Με πλημμυρίζει…
-Έεεεεειιιιιι!
-Έεεεεειιιιιι!
Τινάζομαι και γυρνώ προς το Λ.
-Τι σε έπιασε και φωνάζεις;
Σκοτάδι γύρω μας, παντού!
-Φώτα.
-Πού ρε;
-Εκεί ψηλά, αριστερά.
-Έεεεεειιιιιιιι άνθρωποιιιιιιι! Ουρλιάζει ο Κ.
Πράγματι στην απόκρημνη πλαγιά ψηλά και αριστερά κινούνται φακοί. Ή τρελαθήκαμε από τη δίψα ή πράγματι είναι άνθρωποι.
Μας απαντούν φωνές. Θα κατασκηνώσουν εκεί για το βράδυ. Δύο είναι. Έχουν μπόλικο νερό. Εκεί δίπλα είναι η πηγή.
Σκέφτομαι να σκαρφαλώσω τώρα αλλά ξέρω ότι δεν γίνεται, θα σκοτωθώ.
Το πρωί λοιπόν.


3η ΗΜΕΡΑ Υψίπεδα Γκαμήλας - Δρακόλιμνη

Πρωί – πρωί και τα σακίδια έμειναν χαμηλά. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε την απότομη πλαγιά. Μες τη βιασύνη. Ούτε σχοινί – κι αυτό έμεινε πίσω - ούτε τίποτα. Με μια τελευταία έλξη ανέβηκα στο μονοπάτι. Μου πέταξαν ένα φλασκί, από τα μεγάλα τα μακρόστενα. Θείο δώρο.
Η πηγή βρίσκεται παρακεί, λίγα εκατοστά από το χώμα, μέσα σε ένα κοίλωμα δίπλα στο μονοπάτι.
Καλαμαριώτες- από τη Σαλονίκη μας συστήθηκαν…
Αυτά τα δύο παλικάρια από την Καλαμαριά με συντροφεύουν ακόμα και σήμερα, είκοσι τέσσερα χρόνια μετά. Περπατώ στην Πόντου και στη Μεταμόρφωση και πιστεύω ότι θα τους δω από στιγμή σε στιγμή. Είμαι σίγουρος πως θα τους αναγνωρίσω. Θα μου πετάξουν πάλι το ασκί με το νερό και θα ξαναπούν: Πάμε για Αστράκα Είσαι;
Παίρνουμε το μονοπάτι για Δρακόλιμνη. Ισιάδι σαν γήπεδο ποδοσφαίρου.
Αριστερά μας άλογα. Χωρίς φύλακες, χωρίς καπίστρι και χάμουρα. Ελεύθερα. Όλα εδώ πάνω είναι ελεύθερα. Τα άλογα, οι ανάσες, οι ψυχές.
-Να τα άλογα που σας έλεγα. Είδατε που έχει άλογα;
Με κοίταξαν παραξενεμένοι.
-Εδώ, όχι στα αλώνια!
Τα ζώα απομακρύνονται και βόσκουν κρατώντας μια σταθερή απόσταση. Κάποια είναι μέσα στα πράσινα νερά της Λούτσας του Ρομπόζη που ξεπροβάλει στα αριστερά μας.
Ο βάλτος φτάνει μέχρι τα μυώδη τους γόνατα. Κάθε τόσο βυθίζουν τη μουσούδα στο νερό και μετά ανασηκώνονται τινάζοντας με δύναμη το κεφάλι, αριστερά- δεξιά.
Ο ήλιος έχει ανεβεί αρκετά ψηλά. Ο ουρανός χάνει το λαμπρό μπλε χρώμα και ξεθωριάζει. Στα αριστερά οι ξερές πλαγιές της Γκαμήλας βράζουν.
Μπροστά μας στα 50 μέτρα μια μαύρη φιγούρα ξεπροβάλλει από το πουθενά και κινείται με ταχύτητα πάνω μας.
-Ποιμενικοί, φωνάζει ο Κ. με μεγάλη ένταση στη φωνή.
Κάνουμε αυτό που έχουμε ξανακάνει αρκετές φορές στο παρελθόν:
Κρατάμε τα μπατόν μπροστά. Μοιάζουμε με ιππότες που ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν το θηρίο, το δράκο που ξερνά φωτιές.
Η μαύρη μπάλα ορμά γαβγίζοντας δυνατά. Ο Κ. αναγκάζεται να το χτυπήσει στο κεφάλι. Εμείς το εμποδίζουμε να πλησιάσει σπρώχνοντας με τα μπαστούνια.
Ο σκύλος δεν το βάζει κάτω. Αποσύρεται και ξανάρχεται με φόρα. Άσκοπα όμως. Ο καημένος είναι μόνος. Γενναίος αλλά μόνος. Καμιά ελπίδα να τα καταφέρει.
Ο τσοπάνος βγάζει από τα χείλη του ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα.
Ο ποιμενικός αποσύρεται σαν βρεγμένη γάτα αλλά εξακολουθεί να μας κοιτά απειλητικά.
-Δεν σε πολυσυμπαθεί, λέω στον Κ.
Ο Πάνος –έτσι μας συστήθηκε- κάθεται δίπλα μας στα κοτρώνια. Αξύριστος, τσαλακωμένος όπως κι εμείς άλλωστε, χωρίς όρεξη για πολλά- πολλά. Κοντά του ο σκύλος. Τώρα που ηρέμησε φαίνεται πιο φιλικός. Το τρίχωμα κατέβηκε, το στόμα έκλεισε. Μόνο το κολάρο με τα καρφιά δείχνει την πολεμική του αξία. Το ένα αυτί του μισό, ενθύμιο- υπόλειμμα από ένδοξη μάχη.
Στρίβουμε τσιγάρο και του δίνουμε.
-Φχαριστώ,
Ο καπνός καλμάρει, την καρδιά. Τα μάτια μεγαλώνουν, το στόμα χαλαρώνει. Γλυκαίνει η καρδιά, γλυκαίνουν και τα λόγια.
Το κοπάδι είναι παραδίπλα μας λέει, και από εδώ πάνε και άλλοι. Συνεχώς, κοπάδια πρωτευουσιάνοι.
Κρύβει το τσιγάρο στη φούχτα του για να προστατέψει την κάφτρα. Κι ας μην φυσάει καθόλου. Μαθημένος στους αέρηδες, ένας άνεμος κι αυτός. Δεν πιάνεται.
-Φτάνουμε;
-Στη βάθρα; Φτάνετε.
-Τα λιθάρια, έρχονται από το Σμόλικα, σβουρηχτά, μονολογεί με σημασία.
Σηκώνω τους ώμους. Δεν καταλαβαίνω…
Του αφήνουμε ένα πακέτο Camel άφιλτρα και τον καπνό για τα στριφτά.
-Να βάζεις μήλο μέσα, του φωνάζει ο Λάζαρος καθώς απομακρυνόμαστε.
Σταματά και μας κοιτά.
-Για να μην ξεραίνεται ο καπνός, συμπληρώνω.
-Πού να βρω μήλα εδώ πάνω. Πρωτευουσιάνοι, ψιθυρίζει!

ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ –Δίπλα στο Γράβο.

Ήδη το φως λιγόστεψε. Τη δική μου δουλειά την τελείωσα. Μάζεψα και έσπασα τα ξύλα για τη φωτιά. Εύκολη δουλειά αυτή την εποχή. Το δάσος είναι γεμάτο από ξερά κλαδιά. Τον χειμώνα όμως ή μετά από βροχή άντε να βρεις στεγνά ξύλα- σε κουφάλες δένδρων, σε κοιλώματα βράχων μόνο. Έχει τύχει να ψάχνω και δυο ώρες ακόμα, για στεγνά ξυλαράκια!
Οι φλόγες φουντώνουν.
Είναι ήδη 5 ώρες που αφήσαμε τη Δρακόλιμνη.
Εκεί στις όχθες της γευματίσαμε, τινάζοντας πού και πού κι από κανένα πετραδάκι στα ήσυχά της νερά…
Ανακάτεψα προσεχτικά τη φωτιά.
-Τι ήταν αυτά για λιθάρια από το Σμόλικα που έρχονται σβουρηχτά επανέλαβα τα λόγια του Πάνου;
-Ιδέα δεν έχω.
Καθόμαστε στο χώμα, στα θερμομονωτικά. Όποια μεγάλη πέτρα βρήκαμε γύρω, τη χρησιμοποιήσαμε για να ασφαλίσουμε τη φωτιά.
-Και τι έκανε το κριάρι Θανάση; Με ρώτησε ο Λ.
-Βγήκε από τα νερά. Μούσκεμα. Τεράστιο με γέρικα στριφτά κέρατα. Τα νερά έτρεχαν ποτάμι από το τρίχωμά του. Και ήταν πεινασμένο.
- Πεινασμένο για θηλυκές, με διέκοψε ο Κ. Εγώ έτσι το ξέρω.
- Άρχισε να βελάζει λοιπόν σαν να είχε καταπιεί καραμούζα, συνέχισα απτόητος.
Οι Τσοπαναραίοι σκιάχτηκαν. Πρώτη φορά στη ζωή τους άκουγαν τέτοιο βέλασμα. Τα πρόβατά τους έμειναν ακίνητα. Τελείως ακίνητα, σαν πέτρινα αγάλματα.
Οι σύντροφοί μου άκουγαν προσεχτικά. Σπάνιο πράγμα το να μην σχολιάζουν!. Ίσως τους είχε υποβάλει το σκοτάδι που άρχισε να πλημμυρίζει το δάσος, εδώ δίπλα στον Γράβο.
Έσπασα ένα κρεμμύδι στο γόνατό μου και το μοίρασα με λίγο μαύρο ψωμί.
-Ξαφνικά σήκωσαν το κεφάλι τους ψηλά προς τον ουρανό σαν να προσεύχονταν, όλα μαζί και άρχισαν να τρέχουν βουρλισμένα προς τη λίμνη…
Άφησα να περάσουν λίγα δευτερόλεπτα.
-Πάνε λοιπόν, τα κατάπιε η λίμνη. Χάθηκαν, όλα.
Ο Λ. έγειρε πίσω και τέντωσε μπροστά τα πόδια του. «Ενδιαφέρον» είπε.
«Ενδιαφέρον» επανέλαβε ο Κ. Πάντα όταν τους αφηγούμαι ιστορίες, για να μου δείξουν ότι είναι ανούσιες επαναλαμβάνουν με προσποιητή σοβαρότητα :«ενδιαφέρον». Δηλαδή, μέχρι εδώ, σταμάτα.
Παρακολούθησα το φίλο μου να χάνεται ανάμεσα στους λεπτούς κορμούς. Σε λίγο ξαναφάνηκε κρατώντας το κατσαρόλι γεμάτο νερό από τον χείμαρρο.
Σκόνη πατάτας, σκόνη γάλα, λίγο ανακάτεμα και έτοιμος ο πουρές. Ένοιωσα ένα τσίμπημα στο στομάχι.
Ανοίξαμε την κονσέρβα ζαμπόν και ρίξαμε στα πιάτα μας κομματάκια κρέας…
Σε λίγη ώρα μας σκέπασαν οι σκιές. Η φωτιά λαμπύριζε.
Ο Λ. έβγαλε ένα φακελάκι taco (σκόνη πορτοκάλι) από το σάκο, έριξε τη σκόνη στο μεταλλικό ποτήρι με το νερό και άρχισε να ανακατεύει μηχανικά. Έκανα ακριβώς το ίδιο, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες ακριβώς κινήσεις. Ο θόρυβος από τα κουτάλια ήταν εξωφρενικά ενοχλητικός. Ήταν ένα αστείο που το συνηθίζαμε στην παρέα μας.
Σταμάτησε, μας κοίταξε και είπε αποφασιστικά:
- Αύριο πρωί θα είμαστε στον Αώο. Το Βρυσοχώρι είναι κοντά.
Έμεινα με το κουτάλι μετέωρο. Μήπως δεν άκουσα καλά;
-Υπάρχει μονοπάτι; Ρώτησε ο Κ.
-Θα περάσουμε μέσα από το ποτάμι.
Πριν τρία χρόνια είχαμε πάρει το βάπτισμα στον Αώο αλλά στη διαδρομή Δίστρατο- Βωβούσα, πάλι μέσα από το ποτάμι. Όμως αυτό ήταν κάτι διαφορετικό.
- Μέσα από το φαράγγι: ξαναρώτησε ο Κ.
- Ναι!
Το μυαλό μου πλημμύρισε από δεκάδες εικόνες και σκέψεις.
-All together, all weather, επέμεινε ο Λ.
-Καινούριο αυτό, είπα σπάζοντας για πρώτη φορά τη σιωπή μου. Θα μπορούσε να είναι «κουβέντα της χρονιάς»!
Ο φίλος μου με κοίταξε και του χαμογέλασα ανοίγοντας όσο περισσότερο μπορούσα το στόμα μου.
Απέφυγα να δώσω μια απάντηση.
Στρώσαμε τους υπνόσακους. Περνώντας δίπλα μου ο Κ. μου ψιθύρισε: «Φτάνοντας στον Αώο εμείς θα στρίψουμε αριστερά».
-Σε άκουσα! φώναξε ο Λ.
Το σκοτάδι πια ήταν πυκνό. Από πάνω μας ένας πυκνός θόλος από κλαδιά και φύλλα. Το δάσος πυκνό, μας αγκάλιαζε από παντού. Ο Γράβος μόλις και ακουγόταν στα αριστερά μας. Στριφογύρισα στον υπνόσακο. Στα ρουθούνια μου η μυρωδιά του καμένου ξύλου. Αφουγκράστηκα. Απόλυτη ησυχία. Μόνο κάτι ανεπαίσθητοι θόρυβοι κάπου μπροστά μας. Μια χαλαρή πέτρα πρέπει να κατρακύλησε για ένα – δυο μέτρα, κάπου δεξιά. Ανασηκώθηκα πήρα το μαχαίρι από τον μπλε POLO, το έβγαλα από τη θήκη του και το κάρφωσα στο έδαφος δίπλα μου.
Ξαφνικά ο υπνόσακος του Λ. γύρισε προς το μέρος μου.
-Θανάση, οι αρκούδες μυρίζουν άνθρωπο και φεύγουν μακριά. Ιδίως αυτή την εποχή, μου ψιθύρισε.
-Θα ρίχνω ξύλα στη φωτιά. Όσο αντέχω, συμπλήρωσε.
Σε λίγο με νίκησε ο ύπνος.

4η ΜΕΡΑ – ΑΩΟΣ Beach


Το κατέβασμα μας πήρε περίπου δυο ώρες. Ο χείμαρρος σε κάποια σημεία ήταν πολύ ζόρικος. Κάναμε μεγάλη παράκαμψη για να αποφύγουμε τον καταρράκτη. Σκοινί είχαμε αλλά όχι τις ζώνες για ραπέλ..
Συχνά σταματούσα και κοίταζα πίσω μου. Το κατέβασμα δύσκολο. Πέφταμε, σηκωνόμασταν, ξαναπέφταμε…. Ήταν μια ρίζα. Μια τεράστια ρίζα που έκοβε κάθετα την κατεβασιά. Μια αναθεματισμένη ρίζα παχιά όσο δυο μπράτσα μαζί. «Έφαγα τα μούτρα μου». Τα γόνατά μου είχαν γδαρθεί. Κοίταξα πίσω. Έπεσε. Ο Κ. έπεσε. Πιάστηκε με τα χέρια από τη ρίζα και σπαρταρούσε σαν το ψάρι στο αγκίστρι. Πολύ μακριά για να βοηθήσω, πολύ κοντά για να βλέπω. Τα πόδια κλωτσούσαν αριστερά- δεξιά, Πέτρες τινάζονταν και ροβολούσαν τον κατήφορο, περνώντας με φοβερό θόρυβο δίπλα μου. Πάλεψε 1-2 λεπτά. Μετά αποκαμωμένος άφησε τη ρίζα, κατρακύλησε άλλα 5- 6 μέτρα, σηκώθηκε και τινάχτηκε. Με προσπέρασε και χάθηκε μέσα στην πυκνή βλάστηση..
Πού και πού συναντούσαμε ένα υποτυπώδες μονοπάτι. Χαμένο μέσα σε φύλλα και χώμα. Δεν φαινόταν ούτε από πού ερχόταν ούτε πού οδηγούσε.
Τα τελευταία μέτρα τα κάναμε μέσα στην κοίτη, τσαλαβουτώντας στα νερά.
Και να, κάποτε μπροστά μας ο Αώος...
Ακολουθήσαμε τη ρέμα και μπήκαμε στα στενά. Στο φαράγγι κάτω από τη Μονή Στομίου.
Πρώτα ακούστηκε ο ήχος. Ένα σφύριγμα. Μετά η πέτρα έσκασε δίπλα μας. Κοίταξα ψηλά. Ο Λ. μου έκανε νόημα βάζοντας το δάχτυλο στο στόμα. Σσσσ! Πέτρες συνέχιζαν να πέφτουν από ψηλά και να σκάνε δίπλα μας σηκώνοντας μικρούς πίδακες νερού. Ήξερα τι θα γινόταν αν μας έβρισκαν. Προχωρώντας αθόρυβα μέσα στο φαράγγι, φανταζόμουν ότι τις πέτρες τις έριχναν από ψηλά οι καλόγεροι της Μονής Στομίου, για να μας τιμωρήσουν για τις αμαρτίες μας. Σαν Ομηρικοί Λαιστρυγόνες εναντίον των άμοιρων Οδυσσέων που τόλμησαν να διασχίσουν τα μέχρι πρότινος άβατα μονοπάτια τους.
Ο πρώτος προχωρούσε δεμένος με το σκοινί μέσα στα θολά νερά. Ο δεύτερος κρατούσε λάσκα. Όσο ο pioneer περπατούσε, όλα καλά. Όταν άρχιζε να κουνάει σαν τρελός χέρια- πόδια τότε ο κόντρας τραβούσε, γιατί το μονοπάτι κάτω από το νερό απλά δεν υπήρχε. Ο Pioneer δοκίμαζε παραπέρα. Προχωρούσαμε βήμα- βήμα, πολλές φορές μέχρι το λαιμό στα νερά.
Τα νερά του ποταμού ήταν σχετικά καθαρά. Καμιά σχέση με το θέαμα που είδα το 85. Εξ αιτίας των έργων της ΔΕΗ ο Αώος τότε έμοιαζε με καφέ φίδι, ένα χωμάτινο φίδι.
Απόσπασμα από το ημερολόγιο
Το φαράγγι στενεύει όλο και πιο πολύ. Τα νερά γίνονται όλο και πιο ορμητικά. Τα περάσματα λιγοστεύουν. Η εμπειρία είναι εκπληκτική. Βαδίζουμε, σκαρφαλώνουμε, άλματα, σύντομα βυθίσματα στο νερό. Το προτιμώ από τις ατέλειωτες ώρες σε δασικούς δρόμους. Εδώ η ώρα περνά χωρίς να το αισθάνεσαι. Απλά κάνεις μεγάλα συνεχόμενα βήματα από βραχάκι σε βραχάκι. Σκέφτεσαι το πού θα πατήσεις μόνο όταν βρίσκεσαι στον αέρα. Έτσι δεν διστάζεις, απλά προχωράς γρήγορα σαν ισορροπιστής. Κοιτώ πίσω τον Κ. Μοιάζει σαν να χορεύει πάνω σε ένα πέτρινο χαλί..
Ο Αώος μας περιποιείται πιο πολύ από το Βοϊδομάτη. Είναι ζεστός.
Ο σάκος του Λ. είναι ασήκωτος. Πάω να τον σηκώσω και μου κόβονται τα χέρια. Φταίει και το σκοινί που τώρα είναι βρεγμένο. Ο Κ. δεν έχει πια εκείνον τον καφέ σάκο με την σιδερένια κρεβάτα. Αυτός είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στη Βωβούσα πριν από χρόνια.
Ο δικός μου 14 κιλά, ο παλιός POLO με τις παράταιρες πράσινες τσέπες, πανάρχαιος και ηρωικός…
Κάθε στροφή πιστεύουμε ότι θα ‘ναι η τελευταία. Ώσπου φτάνουμε στο πιο στενό σημείο.
Αντικρίζω το θέαμα μπροστά μου και λυγίζω. Μου φαίνεται σαν κόλαση. Βαθύ νερό, θολό, ορμητικό χωρίς πλαϊνά μονοπάτια ή έστω περάσματα. Πού σ… πάμε;

Ξαφνικά άρχισε να βρέχει. Μια δυνατή καλοκαιρινή νεροποντή. Βρήκαμε μια σπηλίτσα, ένα μικρό κουφάλιασμα στους βράχους, εκεί στο πλάι του ποταμιού και χωθήκαμε. Ίσα- ίσα που χωρούσαμε.
Καθώς η βροχή συνέχιζε να μαστιγώνει τα δένδρα και τα βράχια, το ποτάμι φουσκάλιαζε. Γέμιζε διάφανες φυσαλίδες που ταξίδευαν προς τα κάτω με χάρη, στρίβοντας ανάμεσα στα βράχια, στροβιλίζοντας στις ρουφήχτρες, προσπερνώντας τα εμπόδια με χάρη χορευτή. Κι εμείς στη μικρή σπηλιά, κολλημένοι και υγροί παρακολουθούσαμε και αναμετρούσαμε. Για πόση ώρα θα γλιστράνε τα βράχια; Θα φουσκώσει το ποτάμι;
Η βροχή σταμάτησε τόσο ξαφνικά όσο είχε αρχίσει,
Έπρεπε να ανεβούμε πιο ψηλά! Είχαμε ακούσει αλλά δεν είχαμε δει. Μετά από τέτοια βροχή το ποτάμι φουσκώνει απότομα. Κατεβάζει ένα τείχος από καφέ λάσπη, ξύλα και ότι άλλο φανταστείς! Κι εδώ στα στενά δεν θα μείνει τίποτα όρθιο. Πού να πιαστείς, πού να σταθείς. Κοίταξα τους συντρόφους μου και προσπάθησα να καταλάβω αν έκαναν και οι ίδιοι τις ίδιες σκέψεις. Είδα σμιχτά φρύδια, ανήσυχο βλέμμα. Στήσαμε αφτί, μπας και ακούσουμε βουητό.
Έπρεπε να ανέβουμε πιο ψηλά! Αριστερά ούτε να το συζητάς! Κάθετα τα βράχια υψώνονταν για 20- 30 μέτρα. Μπροστά μόνο νερό.
Κοιτάξαμε σχεδόν ταυτόχρονα δεξιά. Ένας γρανίτης ύψωνε το ανάστημά του 6-7 μέτρα. Στην κορυφή του ένα δενδράκι καχεκτικό, ριζωμένο σε μια φούχτα χώμα. Στην πρώτη ματιά λείος. Στη δεύτερη προσέξαμε ρωγμούλες, μικρά πατήματα και πιασίματα. Ο Κ. μάζεψε τρία ξυλάκια, τα έκλεισε στη χούφτα του.
-Τράβα ένα. Τράβηξα. Τράβηξαν και οι άλλοι. Κοίταξα και κατάλαβα. Το δικό μου ήταν το πιο μικρό. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να μην ανέβω. Να βρω μια δικαιολογία. Πως πονάω, πως φοβάμαι τέλος πάντων. Αλλά ντράπηκα. Έδεσα το σκοινί στη μέση μου και κοίταξα ψηλά. Ο Κ. μου έτριψε το σβέρκο και ο Λ. μου έδωσε μια στον πισινό. Άρχισα να σκαρφαλώνω στον σχεδόν κάθετο βράχο. Ήταν πιο εύκολο απ’ ότι φανταζόμουν.
–Πιάσιμο αριστερά, άκουσα από κάτω.
–Πάτημα δεξιά. Λίγο πιο δεξιά ρε!
Πιανόμουν και τραβούσα το σώμα μου ψηλότερα. Μέτρο με μέτρο, εκατοστό με εκατοστό. Γλιστρούσε ο κωλόβραχος. Έβλεπα το δενδράκι στην κορυφή να πλησιάζει. Το δέρμα στις αρθρώσεις στα δάχτυλά μου είχαν ανοίξει. Χούφτωσα ένα κομμάτι πέτρας που ήταν σφηνωμένο σε μια ρωγμή, ένα μέτρο από την κορυφή. Δοκίμασα, ήταν σταθερό. Τράβηξα και αυτό ήταν. Η πέτρα έμεινε στα χέρια μου. Όλα άρχισαν να κυλούν σε slow motion. Από κάτω άκουσα φωνές. Κοίταξα το χέρι μου που κρατούσε ακόμα την πέτρα, ελεύθερη πια στον αέρα. Οι πατούσες μου κινούνταν σαν τρελές να βρουν πάτημα. Άρχισα να γλιστρώ προς τα κάτω. Δεν μπορώ να πω ότι ένοιωσα φόβο. Μόνο κάτι σαν θλίψη. Μια βαθειά θλίψη.
–Πάτημα αριστερά, λίγο κάτω, άκουσα μέσα σε παραζάλη. Το πόδι μου σταθεροποιήθηκε. Με μια τελευταία προσπάθεια βρέθηκα στην κορφή. Έδεσα το σχοινί στο δενδράκι.

Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Απλά προχωρούσαμε, μπαίναμε στο νερό, ξαναβγαίναμε και άντε πάλι από την αρχή. Όταν γύρω μας όλα μαύρισαν συνειδητοποιήσαμε ότι η ώρα ήταν περασμένη. Πού να βρεις όμως μέρος να κοιμηθείς. Βράχια και νερό, Τίποτα άλλο. Να σε λίγο, να σε πέντε λεπτά, επιτέλους στα δεξιά κάτι τις. 10 πιθαμές χώμα και τίποτα παραπάνω. Όμως ήταν αρκετό. Στην πλαγιά ένας βράχος κουφάλιαζε τόσο όσο χρειαζόταν για να ανάψουμε φωτιά. Έπρεπε να στεγνώσουμε.
Έψαξα για στεγνά ξύλα ώρα και δεν βρήκα παρά ένα λεπτό κούτσουρο σε μια τρύπα των βράχων. Πού βρήκε στεγνά ξύλα ο Κ., δεν ξέρω! Γύρισε με μια αγκαλιά ξερά σανίδια! Ο Λ. φύσηξε, ξαναφύσηξε και εγώ απλά έκατσα στο βράχο για να ζεσταθώ. Σιγά- σιγά, η ένταση πέρασε, έφυγε. Φόρεσα στεγνά ρούχα, ψάρεψα κάτι καλό από το βάθος του σάκου: μια κονσέρβα σκουμπρί και η διάθεση έφτιαξε.
-Ποιο ήταν «το πρώτο βουνό»; ρώτησε ο Κ.
Ο Λ. προσπάθησε να βολευτεί στον κατηφορικό βράχο.
-Ο Χορτιάτης, στα δεκαπέντε μας. Μαζί με το Θανάση.
Σάλιωσα το άφιλτρο, να μην μου φέρει βήχα.
-Ήμασταν στο Χορτιάτη, άρχισα. Δεκαπέντε χρονών παιδιά. Το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν κάτι ανάμεσα στα: τρέχω και κρύβομαι, σκαρφαλώνω στα δένδρα, κυνηγώ και πετάω ακόντια στους φίλους μου. Στην άκρη ενός πλατώματος έστησα ενέδρα στο Λ.. Έβγαλα τη μπλούζα μου και την άπλωσα πάνω σε ένα πουρνάρι ώστε να φαίνεται καθαρά. Κρύφτηκα στην άλλη μεριά του μονοπατιού και περίμενα να φανεί, να τον κοψοχολιάσω.
Πράγματι σε λίγο ακούστηκε αγκομαχητό και θόρυβος να έρχεται από το βάθος της χαράδρας μπροστά μου.
-Να ‘μαστε, σκέφτηκα. Τώρα την έβαψες.
Ο θόρυβος μεγάλωνε καθώς ο φίλος μου πλησίαζε. Ετοιμάστηκα να πηδήξω πάνω του, όταν κατάλαβα ότι οι ήχοι που άκουγα δεν έμοιαζαν ανθρώπινοι. Αφουγκράστηκα και βεβαιώθηκα ότι αυτό που ανέβαινε την πλαγιά προς το μέρος μου σίγουρα δεν ήταν άνθρωπος. Άρπαξα τη μπλούζα μου και την κοπάνησα. Εκατό μέτρα παρακάτω συνάντησα το Λ. στο μεγάλο πλάτωμα.
-Και;
- Τι «και»; Δεν υπάρχει συνέχεια.
-Τι ήταν αυτό που ανέβαινε;
Για λίγες στιγμές δεν απάντησα.
-Δεν ξέρω Κ, δεν ξέρω!
-Ενδιαφέρον, είπε ο Κ…
Όσο προχωρούσε η ώρα τα μάτια μισοκλείνανε, τα γόνατα λυνότανε και το μυαλό φούσκωνε και θόλωνε.

5η ΜΕΡΑ Βρυσοχώρι

Στην έξοδο του φαραγγιού αλλάξαμε. Ευτυχώς είχαμε προνοήσει. Μέσα στο σάκο, τα εφεδρικά ρούχα κλεισμένα σε σακούλες ήταν στεγνά. Το άσχημο ήταν ότι τα τρόφιμα σχεδόν τελείωσαν.
Ο Λ. έχωσε το χέρι του μέσα στο σάκο και κάτι ψάρεψε. Έβγαλε θριαμβευτικά ένα σακουλάκι και μας μοίρασε. Μασήσαμε λίγα ξερά σύκα και δαμάσκηνα να ξεγελάσουμε την πείνα μας.
Το φαράγγι τέλος. Ήμασταν πια σε κοιλάδα. Τέτοιο ουρανό δεν είχα ξαναδεί. Και το φως! Έδινε ξεχωριστό χρώμα στο καθετί. Κάθε πετραδάκι ζωντάνευε, κάθε φύλλο ακτινοβολούσε ζωή.
Μια τελευταία ανηφόρα και να ‘μαστε στο Βρυσοχώρι. Μας κοιτούσαν παράξενα.
-Από πού έρχεστε;
-Από μέσα από το φαράγγι.
Γελάνε.
–Δεν περνιέται.
Μας κοιτάνε από πάνω ως κάτω. Αισθάνομαι σαν πεταλούδα καρφιτσωμένη σε προθήκη…Θυμάμαι το «ξωτικό» στα Άγραφα: Κουστούμι, μαύρο σκαρπίνι, ατσαλάκωτος, ασκόνιστος. Παράξενα λόγια. «Από πού έρχεστε;» μας ρώτησε σαν να μην περίμενε απάντηση. «Από Πετρίλο» είπαμε, «δυο ώρες».
«Εγώ το κάνω σε 20 λεπτά!» Χαμογελούσαμε κρυφά! Ήρθε από το πουθενά, χάθηκε στο πουθενά. Το ξωτικό λίγο έξω από το Τροβάτο.
Κι εδώ στο Βρυσοχώρι έτσι μας κοιτάνε. Τα ξωτικά από το φαράγγι.
Στο Βρυσοχώρι είχε μόνο αυγά. Και πεινούσαμε σαν λύκοι. Άιντε άλλες 3 ώρες περπάτημα μέχρι το Ηλιοχώρι.
Εκεί; Παράδεισος! Σκάσαμε στο φαΐ.
«Απ’ το βουνό κατέβηκαν» που θα ‘λεγε και η μάνα μου.
Στην εκκλησία, του χωριού, στο προαύλιο κοιμηθήκαμε και μάλιστα βαθειά χωρίς όνειρα.

6η ΜΕΡΑ Επιστροφή
Τα λεωφορεία σ’ αυτή την άγονη γραμμή είναι παράξενα. Σίγουρα μετρούν ζωή αιώνα. Πολύχρωμα, άτσαλα βαμμένα, τραμπαλίζονται σαν βαρκάκια σε Λούνα παρκ.
Το λεωφορείο με νανούριζε με το τραμπάλισμά του. Έκλεισα τα μάτια. Βρωμούσα αλλά δεν με ένοιαζε. Αισθανόμουνα περίφημα. Ένοιωθα εξαντλημένος αλλά πολύ δυνατός. Άνοιξα αργά τα μάτια μου και κοίταξα με απάθεια γύρω μου.



ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Αυτή η δουλειά βασίστηκε σε κάτι παλιόφυλλα μισοδιαλυμένα που βρήκα στο πατρικό μου. Χρειάστηκα 2 χρόνια για να τακτοποιήσω τις σκέψεις μου και να θυμηθώ. Ό,τι γράφω είναι ότι είχα καταγράψει τότε, με κάποιες προσθήκες και διορθώσεις. Βέβαια το ημερολόγιο γράφτηκε 2-3 μέρες μετά την εξόρμηση αυτή.
Οι περισσότεροι διάλογοι είναι σχεδόν αυθεντικοί. Για το κατέβασμα από Νταβάλιστα και Γράβο «κράτησα» κάποια πράγματα για μένα και τους φίλους μου. Στο γρανίτη μετά τη βροχή δεν είμαι σίγουρος αν ανέβηκα εγώ ή κάποιος από τους συντρόφους μου.
Για να μην ωραιοποιώ τα πράγματα θα ομολογήσω ότι στο Κλήμα η πρώτη μου σκέψη ήταν να κρατήσω το λιγοστό νερό μου για μένα (πράγμα βέβαια που δεν έκανα- γιατί το έδωσα λίγο μετά).

Τη δουλειά μου αυτή την αφιερώνω στους συντρόφους μου, τους ξεχωριστούς αυτούς ανθρώπους Λ. και Κ. όπως επίσης και σε όλους εσάς τους Steppenwolf που οργώνεται τα βουνά κυνηγώντας το όνειρό σας.


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:15 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Φωτογραφικό Οδοιπορικό


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:19 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Προς το Μέγα Λάκκο


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:21 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Κλήμα- Μέγας Λάκκος


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:25 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Υψίπεδα


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:27 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Δρακόλιμνη


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:30 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Νταβάλιστα - Αώος


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:33 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Στο φαράγγι του Αώου


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 10:36 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Προς Βρυσοχώρι


Συνημμένα:





Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 18:00 
Χωρίς σύνδεση
Διαχειριστής
Άβαταρ μέλους
Δημοσιεύσεις: 651
Τοποθεσία: Έδεσσα
Α ρε καουμπόυδες



Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 18:19 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Αυτό είναι το τραγούδι Νίκη, πράγματι, αυτό! Σ' ευχαριστώ.

Four strong winds that blow lonely, seven seas that run high
All those things that don't change come what may
If a good times are all gone, and I'm bound for moving on
I'll look for you if I'm ever back this way.


If I get there before the snow flies, and if things are looking good
You could meet me if I sent you down the fare
But by then it would be winter, not to much for you to do
And those winds sure can blow cold way out there


Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 18:29 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Ο χάρτης της πορείας μας.
Η τελευταία πορεία προς Βρυσοχώρι είναι χονδρικά χαραγμένη γιατί απλά δεν θυμάμαι καλά.


Συνημμένα:

Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 20:00 
Χωρίς σύνδεση
Άβαταρ μέλους
Δημοσιεύσεις: 744
Τοποθεσία: Χανιά Κρήτη
επικό τουλάχιστον θα έλεγα....

σε ευχαριστούμε θαναση που το μοιράστηκες μαζί μας.. :)

_________________
το γέλιο είναι η λάμψη της ψυχής...


Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Κυρ 18 Νοέμ 2012, 22:07 
Χωρίς σύνδεση
Άβαταρ μέλους
Δημοσιεύσεις: 609
Τοποθεσία: Πτολεμαΐδα
Μου έφτιαξες την διάθεση με τις μαυρίλες που με έχουνε πλακώσει.
Να εισαι καλα ρε Θανάση και εσύ και η παρέα σου.


Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Δευτ 19 Νοέμ 2012, 13:22 
Χωρίς σύνδεση
Άβαταρ μέλους
Δημοσιεύσεις: 221
Τοποθεσία: Καβάλα
Και ενώ αναλογίζεσαι την μέχρι τώρα ορειβατική σου δράση και νομίζεις ότι κάτι σημαντικό έχεις πετύχει και εσύ όλα αυτά τα χρόνια στα βουνά, έρχεται ένα άρθρο σαν το δικό σου και σε "αδειάζει" εντελώς.
Φίλε συνονόματε, είσαστε πολύ μπροστά. :respect:

_________________
Τα λάθη είναι ανθρώπινα, αλλά για να τα κάνεις εντελώς θάλασσα χρειάζεσαι ηλεκτρονικό υπολογιστή.


Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Δευτ 19 Νοέμ 2012, 14:59 
Χωρίς σύνδεση
Άβαταρ μέλους
Δημοσιεύσεις: 666
Θανάση νομίζω οτι είσαι ανεκτίμητη αξία κι είναι μεγάλη μας τιμή και χαρά να μας χαρίζεις τέτοια κείμενα.
Keep writting ..... and walking


Κορυφή 
 Προφίλ  
 
 Δημοσίευση Δημοσιεύτηκε: Δευτ 19 Νοέμ 2012, 15:22 
Χωρίς σύνδεση
Δημοσιεύσεις: 70
Είναι στιγμές που όλοι "οι άνθρωποι του βουνού" τις έχουμε ζήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γι αυτό πιστεύω ότι μπορούν να αγγίξουν και να θυμίσουν ιδίως στους πιο μεγάλους. Απλά ίσως έχω το πλεονέκτημα να θυμάμαι καλύτερα και να μπορώ έτσι να τις περάσω στο χαρτί (χα, να ναι καλά οι σημειώσεις μου, γιατί αλλιώς..). Ευχαριστώ για τα καλά λόγια όλους σας, φιλαράκια. Η ανταπόκρισή σας είναι το καλύτερο κίνητρο για να γράψω.


Κορυφή 
 Προφίλ  
 
Τελευταίες δημοσιεύσεις:  Ταξινόμηση ανά  
 
Δημιουργία νέου θέματος Απαντήστε στο θέμα  [ 17 Δημοσιεύσεις ] 


Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

 
 

 
Δεν μπορείτε να δημοσιεύετε νέα θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντάτε σε θέματα σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επεξεργάζεστε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράφετε τις δημοσιεύσεις σας σε αυτή τη Δ. Συζήτηση
Δεν μπορείτε να επισυνάπτετε αρχεία σε αυτή τη Δ. Συζήτηση

Αναζήτηση για:
Μετάβαση σε:  
cron

Ελληνική μετάφραση από το phpbbgr.com